Παλιά, το μεγαλύτερο ερώτημα της ανθρωπότητας, αν θυμάστε, ήταν το «κιθαρίστας ή ντράμερ». Ε, τώρα είναι το εξής: Αφήνω μούσι ή μόνο μουστάκι;

Είναι τα γένια στη μόδα; Μούσια!

Όπως όλες οι μόδες που έρχονται από τα εξωτερικά, έτσι και το «άντρας με μούσι» ήρθε στην Ελλάδα με χρονοκαθυστέρηση χρηματοκιβωτίου (για το «γυναίκα με μούσι» έχει φροντίσει το τσίρκο Μεντράνο και οι απανταχού πεθερές). Ενώ, ας πούμε, στο Williamsburg οι χιπστεράδες είχαν ξεκινήσει να εκκολάπτουν μούσι πριν από μια πενταετία (και βάλε), στην Ελλάδα η εξάπλωση της γιγαντιαίας τριχάρας στο πρόσωπο ξεκίνησε μόλις πριν από δύο χρόνια. Ξαφνικά, όλοι έγιναν αρχιμανδρίτες κι αν, μάλιστα, φορούσαν και κάνα ριχτό μαύρο, ίσα που μπορεί να τους ζητούσες να σε εξομολογήσουν.

Η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη: Μετά τους Έλληνες χίπστερς, ξαφνικά ακόμα και ο Ρούλης που ήθελε να είναι μοδάτος, να κρύψει τα κόκκινα μαγουλάκια του και να γίνει μοντέρνος νέος, άφησε μια μουσάρα που θα τη ζήλευαν ακόμα και οι ZZ Top.

Tip!

Κορίτσια, ποτέ μην ερωτευτείτε κάποιον μουσάτο, αν πρώτα δεν του ζητήσετε να σας δείξει φωτογραφία του ΧΩΡΙΣ ΜΟΥΣΙ.

Κάτι τρέχει με το μουστάκι…

Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Το μουστάκι είναι το νέο μούσι. Κι όταν λέμε «μουστάκι», δεν εννοούμε το μουστάκι της θειάς μου της Βασίλως που το λούζει, το στεγνώνει με το πιστολάκι και μετά του βάζει και ρόλεϊ με φιλέ για να πάει για ύπνο. Εννοούμε μουστάκα. Όσο πιο μεγάλο, τόσο το καλύτερο. Όσο πιο τσελιγγάτο, τόσο πιο γ@μ@το! Όσο πιο στριφτό, τόσο πιο ουάου. Για να το πούμε με εικόνα, φαντάσου κάτι ανάμεσα στο μουστάκι του Σταύρου Παράβα στο «Μάγκα με το τρίκυκλο» και στο μουστάκι του Νταλί. Τι έχουμε ως αποτέλεσμα; Το μουστάκι του Λιάκου στο «Κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο». Αμαναγειάσου! Αυτό είναι μουστάκι. Με γεια σου.