Το έχεις πει, στο έχουν πει, ακόμα και πολλά ανέκδοτα ξεκινούν έτσι. Λοιπόν, πρώτα θες τα καλά ή τα κακά νέα; Ιδού το δίλημμα. Όποτε θέτεις την ερώτηση, ακολουθούν μερικά δευτερόλεπτα σιγής, ενώ σίγουρα εσύ μέσα σου έχεις κατασταλάξει για το ποια σειρά προτιμάς. Ναι, το πράγμα είναι σύνθετο και αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνουν και οι επιστήμονες. Εξαρτάται αν είσαι ο αγγελιοφόρος ή ο αποδέκτης των ειδήσεων και σε αυτή την περίπτωση αν πρέπει να κάνεις κάτι σχετικά με τις πληροφορίες που θα αποκτήσεις, σύμφωνα με τους ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Riverside. 

Σε μια σειρά πειραμάτων, οι ψυχολόγοι διαπίστωσαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία θέλει να ακούσει ότι την κακή είδηση ​​πρώτα, ενώ όσοι λένε την είδηση προτιμούν να πουν πρώτα τα καλά νέα. Οι ερευνητές κατέληξαν, επίσης, στο συμπέρασμα ότι το περιβάλλον στο οποίο δινόταν το δίλημμα έπαιζε ρόλο στην απόφαση του αποδέκτη να ενεργήσει ή να αλλάξει τη συμπεριφορά του.

«Αν είστε ένας γιατρός που ανακοινώνει τη διάγνωσή του, στην οποία ο ασθενής δεν μπορεί να κάνει τίποτα, πείτε πρώτα τα κακά νέα και χρησιμοποιήστε τη θετική πληροφορία για να τους βοηθήσετε να το αποδεχθούν. Εάν υπάρχουν πράγματα που μπορεί να κάνει ένας ασθενής, είναι καλύτερο να πείτε την κακή είδηση ​​τελευταία και πείτε τους τι πρέπει να κάνουν για να βελτιωθεί η κατάστασή τους».

«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι οι γιατροί, καθηγητές και όσοι είναι σε σχέση μπορεί να αναακοινώνουν καλά και κακά νέα με λάθος τρόπο, διότι ξεχνούν για μια στιγμή πώς θέλουν να ακούσουν την είδηση​​, όταν στη θέση του άλλου. Συχνά προσπαθούν να καθυστερήσουν τη δυσάρεστη εμπειρία των κακών νέων ανακοινώνοντας την καλή είδηση​​, ενώ οι αποδέκτες της είδησης αγχώνονται περισσότερο ξέρουν ότι ακόμα δεν έχουν ακούσει την κακιά είδηση. Η ένταση αυτή μπορεί να διαβρώσει την επικοινωνία και να οδηγήσει σε άσχημα αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές», αναφέρουν οι επιστήμονες.