Τον κώδωνα του κινδύνου για την Ελλάδα κρούει ο Κλάους Ρέγκλινγκ, λέγοντας πως σε περίπτωση που η αξιολόγηση καθυστερήσει, τότε ενδέχεται η χώρα μας να ξεμείνει από χρήματα.

Για το ασφαλιστικό, ο κ. Ρέγκλινγκ τόνισε πως επίσης είναι ανάγκη να γίνουν αλλαγές, διότι σε διαφορετική περίπτωση η Ελλάδα σε πέντε χρόνια δεν θα είναι σε θέση να πληρώνει συντάξεις.

Για τον Γ. Βαρουφάκη και τον Ε. Τσακαλώτο σχολίασε ότι: «Οι πρώτοι έξι μήνες της περασμένης χρονιάς ήταν καταστροφή, καθώς ο τότε υπουργός Οικονομικών δεν συνεργαζόταν καθόλου με τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς. Όμως με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο υπάρχει μια σχέση εμπιστοσύνης. Η κατάσταση παραμένει δύσκολη όμως σήμερα, συνεργαζόμαστε με την Ελλάδα και μοιραζόμαστε τους ίδιους στόχους. Η ατμόσφαιρα είναι τελείως διαφορετική».

Για το ασφαλιστικό και τις συντάξεις, ο Ρέγκλινγκ τόνισε:

Οι μεταρρυθμίσεις των συντάξεων είναι δύσκολες σε όλες τις χώρες γιατί αυτό μπορεί να θέτει σε αμφισβήτηση κεκτημένα. Πρόκειται λοιπόν για μια σοβαρή υπόθεση και η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να περάσει από αυτή. Όμως είναι ενθαρρυντικό να βλέπει κανείς πως το σημείο εκκίνησης μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών δεν είναι πάντα διαφορετικό

«Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας το έχει δηλώσει και ο ίδιος, το τωρινό σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Αν η χώρα δεν κάνει τίποτα, σε πέντε χρόνια δεν θα έχει πια χρήματα για να χρηματοδοτήσει το σύστημα των συντάξεων. Έχουμε λοιπόν τον ίδιο στόχο να δημιουργηθεί ένα σύστημα συντάξεων που θα είναι βιώσιμο. Οι συζητήσεις θα επικεντρωθούν στο πως θα το καταφέρουμε. Όμως δεν είναι το μόνο σημαντικό στοιχείο της πρώτης αξιολόγησης των μεταρρυθμίσεων. Θα πρέπει επίσης, να δούμε τους δημοσιονομικούς στόχους και τις προσαρμογές που θα πρέπει η Ελλάδα να κάνει για να τους επιτύχει το 2016 και το 2017, κάτι που δεν θα είναι εύκολο».

Ενώ συνέχισε τις προειδοποιήσεις προσθέτοντας πως «δεν έχουμε ακόμη αρκετά δεδομένα για να γνωρίζουμε ακριβώς. Δεν θα έχουν από αύριο πρόβλημα χρηματοδότησης. Όμως αργά ή γρήγορα, θα υπάρξει ένα πρόβλημα χρημάτων. Η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώσει για την εξυπηρέτηση του χρέους περίπου 4 δισ. € το πρώτο τρίμηνο. Είναι επίσης, πολύ πιθανό ότι η χώρα θα έχει ένα μικρό πρωτογενές έλλειμμα στην αρχή του χρόνου. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση θα έχει ανάγκη χρημάτων για να καλύψει τις δαπάνες του προϋπολογισμού. Βεβαίως, έχει πάντα την δυνατότητα να καθυστερήσει τις πληρωμές, όπως αυτές των προμηθευτών, μια πρακτική την οποία η κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν. Όμως δεν την συνιστώ γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν κακό για την ελληνική οικονομία».

Τέλος, ο Γενικός Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, αναφερόμενος στο πότε θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και στο χρέος υπογράμμισε: «Εξαρτάται από τη δουλειά. Ελπίζουμε ότι θα μπορέσει να τελειώσει πριν το Πάσχα.

Η διαπραγμάτευση του χρέους δεν είναι επείγουσα διότι η Ελλάδα έχει πάρει μια περίοδο χάριτος δέκα ετών στην αποπληρωμή του χρέους και στο μεγαλύτερο μέρος των επιτοκίων που θα πρέπει να καταβάλει. Κατά τη διάρκεια αυτών των δέκα επόμενων ετών, η εξυπηρέτηση του χρέους δεν θα είναι υψηλή. Ως εκ τούτου, μια νέα ελάφρυνση του χρέους θα είχε ένα αντίκτυπο στις πληρωμές, κυρίως μετά το 2022».