Η εικόνα σώματος αναφέρεται στις σκέψεις που κάνουμε για το σώμα μας και στις πεποιθήσεις μας για το πώς οι άλλοι το αντιλαμβάνονται.

Οι μελέτες συμφωνούν στο ότι το πώς νιώθουμε και οι τυχόν ανασφάλειες για το σώμα μας επηρεάζουν τη σεξουαλική μας ικανοποίηση πολύ περισσότερο από ό,τι τα αντικειμενικά σωματικά χαρακτηριστικά (Weaver 2006). Μελέτη (Montemurro, 2013) που έγινε σε 95 γυναίκες ηλικίας 20-68 ετών, έδειξε ότι η εικόνα σώματος και η προσωπική αίσθηση ελκυστικότητας επηρεάζεται από τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του σώματος, αλλά και από τα μηνύματα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ, την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον. Οι περισσότερες γυναίκες που συμμετείχαν στη μελέτη αυτή είχαν περισσότερο αρνητική παρά θετική εικόνα σώματος, και το δεδομένο αυτό ίσχυε σε όλες τις ηλικίες. Επιπλέον, η μελέτη έδειξε ότι οι περισσότερες γυναίκες μάχονται για να αποδεχτούν τις αλλαγές που επέρχονται στο σώμα τους με την ηλικία και τις εμπειρίες της ζωής. Ωστόσο, οι γυναίκες στη δεκαετία των 50 και 60 ήταν περισσότερο πιθανό να αποδέχονται το σώμα τους και να μην νιώθουν οτι επηρεάζονται από τις κοινωνικές πιέσεις.

Οι άνθρωποι με κακή εικόνα σώματος συνήθως έχουν χαμηλή σεξουαλική αυτοπεποίθηση και πιστεύουν ότι δύσκολα θα καταφέρουν να ικανοποιήσουν και να ικανοποιηθούν (Lowery 2005, Yamamiya 2006). Η κακή εικόνα σώματος έχει συσχετιστεί με αποφυγή σεξουαλικής εγγύτητας, ενώ η καλή εικόνα έχει συσχετιστεί με συχνή σεξουαλική δραστηριότητα και μεγαλύτερο πειραματισμό (Ackard 2000 – Korch 2005).

Η εικόνα σώματος επηρεάζει τη σεξουαλική λειτουργία κυρίως μέσα από τις σκέψεις που κυριαρχούν κατά τη διάρκεια της επαφής (Pujols 2010). Όταν δηλαδή οι ανησυχίες για το σώμα είναι τόσο έντονες που διασπούν τη προσοχή από τα σεξουαλικά ερεθίσματα, τότε είναι πολύ πιθανή η μείωση της ικανοποίησης και η εμφάνιση δυσλειτουργίας.

Η εικόνα σώματος δεν επηρεάζει μόνο τη σεξουαλική ικανοποίηση, αλλά και την ικανοποίηση από τη σχέση. Οι γυναίκες που νιώθουν άνετα με το σώμα τους είναι πιο σίγουρες ότι ο σύντροφός τους τις βρίσκει ελκυστικές (Wade 2000), ενώ οι γυναίκες που νιώθουν άβολα με το σώμα τους αναφέρουν ότι η σεξουαλική εγγύτητα τους δημιουργεί άγχος. Οι αμφιβολίες αυτές οδηγούν τις γυναίκες σε αποφυγή σεξουαλικών πρωτοβουλιών και σε σημαντική μείωση της συχνότητας των σεξουαλικών επαφών του ζευγαριού. Αυτή η μείωση στη συχνότητα των επαφών, καθώς και η μείωση στη σεξουαλική ικανοποίηση, οδηγεί στη συνέχεια σε μείωση της γενικής ικανοποίησης από τη σχέση όχι μόνο για τη γυναίκα, αλλά και για τον άνδρα (Meltzer 2010).

*Γράφει η Εύη Κυράνα (www.kyrana.gr), ψυχολόγος υγείας-σεξολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, Υπεύθυνη του Κέντρου Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου.