Για δεκαετίες, οι γιατροί βασίζονται σε εξετάσεις αίματος για να μάθουν σημαντικές πληροφορίες για την καρδιά, τα νεφρά και άλλα όργανα εκτός του μυαλού. Σύμφωνα, όμως, με πρόσφατη έρευνα, από το Πανεπιστήμιο Northwestern πλέον και η κατάθλιψη μπορεί να διαγνωστεί μέσω μιας απλής εξέτασης αίματος!

Οι επιστήμονες μέτρησαν τα επίπεδα στο αίμα των εννέα ειδικών δεικτών των RNA-οι «αγγελιοφόροι» που ερμηνεύουν τον γενετικό κώδικα, σε άτομα με κατάθλιψη και χωρίς κατάθλιψη και διαπίστωσαν ότι υπήρχαν σημαντικές διαφορετικές στα άτομα που έπασχαν από την πάθηση.

Αφού οι συμμετέχοντες με κατάθλιψη συμπλήρωσαν 18 εβδομάδες γνωστικής συμπεριφορικής θεραπείας, οι αιματολογικές εξετάσεις επαναλήφθηκαν. Περίπου το 40% από αυτούς είχαν ανακάμψει πλήρως, και τα επίπεδα ορισμένων δεικτών διέφεραν από εκείνους που ήταν ακόμη σε ύφεση.

Στο μέλλον, τα δεδομένα αυτά μπορεί να είναι σε θέση να βοηθήσουν τους ερευνητές να καθορίσουν ποιος θα ανταποκριθεί σε αυτό το είδος της θεραπείας, λέει η συγγραφέας της μελέτης Eva Redei, Ph.D.

Είναι ενδιαφέρον, πως τρεις ειδικοί δείκτες παρέμειναν διαφορετικοί στα καταθλιπτικά άτομα συγκριτικά με τους μη πάσχοντες, ακόμα και όταν η θεραπεία τους είχε βοηθήσει να ξεπεράσουν την κατάθλιψη!  Αυτό σημαίνει ότι η δοκιμή έχει επίσης τη δυνατότητα να προβλέψει ποιοι άνθρωποι είναι ευάλωτοι στην ανάπτυξη της κατάθλιψης!

Επί του παρόντος, η διάγνωση της κατάθλιψης γίνεται με βάση τα συμπτώματα που αναφέρει ο ασθενής και έπειτα από μια κλινική συνέντευξη με έναν γιατρό. Έχοντας μια αντικειμενική, βιολογικά βασισμένη δοκιμή μπορεί να σταθεροποιήσει τη διάγνωση, να βοηθήσει τον ασθενή να πιστέψει ότι αντιμετωπίζει μια ιατρική κατάσταση, και να μειώσει το στίγμα που συνδέεται με αυτό.