Να γίνουν και άλλες μειώσεις στις συντάξεις και να καταργηθούν οι φοροαπαλλαγές ζητάει το ΔΝΤ ανανγνωρίζοντας παράλληλα πως ότι υπό το φως της εντυπωσιακής δημοσιονομικής εξυγίανσης που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα, δεν χρειάζεται περαιτέρω προσαρμογή.

Περαιτέρω μειώσεις στις συντάξεις και κατάργηση των γενναιόδωρων -όπως τις χαρακτηρίζει- φοροαπαλλαγών ζητά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η Βέλια Βελκουλέσκου, μάλιστα, εξήγησε πως αναμένεται η ελληνική οικονομία θα αρχίσει ν΄ανακάμπτει από την επόμενη χρονιά.

Η εκπρόσωπος του ΔΝΤ σε ερωτήσεις που απάντησε στη διάρκεια τηλεδιάσκεψης, σχολίασε και το ζήτημα της χρηματοδοτικής συμμετοχής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα και επανέλαβε πως βασική προϋπόθεση για αυτό αποτελεί η γενναία μείωση του Δημόσιου Χρέους.

Η αντίδραση του υπ. Οικονομικών στις θέσεις του ΔΝΤ

Άμεση ήταν η αντίδραση του υπουργείου Οικονομικών στη δημοσιοποίηση των θέσεων του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, το οποίο με ανακοίνωση του εξηγεί:

  • Καλωσορίζουμε την άποψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για το χρέος, καθώς τονίζει, για μία ακόμη φορά, το ζήτημα της μη βιωσιμότητας των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για μακρά περίοδο, όπως επίσης και την αναγκαιότητα σημαντικής απομείωσης του χρέους.
  • Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στο προκαταρκτικό πόρισμα καταγράφονται ξανά οι γνωστές διαφωνίες για το φορολογικό, το ασφαλιστικό και τα εργασιακά.
  • Υπενθυμίζεται ότι τα μεν εργασιακά προβλέπεται να αποτελέσουν μέρος της συζήτησης για την δεύτερη αξιολόγηση, το δε ασφαλιστικό και φορολογικό έχουν ήδη κλείσει ως μέρος της πρώτης αξιολόγησης.

Τα συμπεράσματα του ΔΝΤ

Στο κείμενο των συμπερασμάτων του ΔΝΤ που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου του κλιμακίου του ΔΝΤ στο πλαίσιο του Αρθρ.4, υπογραμμίζεται η ανάγκη να υπάρξει μια δημοσιονομικά-ουδέτερη εξισορρόπηση πολιτικών μεσοπρόθεσμα με χαμηλότερες συντάξεις και με μια πιο δίκαιη κατανομή του φορολογικού βάρους, ώστε ο δημόσιος τομέας να μπορέσει να παράσχει επαρκείς υπηρεσίες και κοινωνική βοήθεια σε ευάλωτες ομάδες, με την παράλληλη δημιουργία των συνθηκών για επενδύσεις και ανάπτυξη. Το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος βρίσκεται ακόμη στο μη βιώσιμο επίπεδο του 10%.

Παράλληλα υπογραμμίζεται ότι η διατήρηση άνευ προηγουμένου πρωτογενών πλεονασμάτων θα ήταν μόνο επιβλαβής για την ανάπτυξη, αλλά και τα οποία είναι δύσκολο να διατηρηθούν ενόψει των πιθανών πιέσεων λόγω της επίμονα υψηλής ανεργίας. Όμως, η σύνθεση της προσαρμογής, η οποία βασίστηκε στην αύξηση της φορολογίας σε περιορισμένες φορολογικές βάσεις, προσθέτει σημαντικούς κινδύνους στον προϋπολογισμό και αποθαρρύνει τις επενδύσεις και την απασχόληση. Οι δαπάνες παραμένουν υπέρμετρα εστιασμένες σε «δυσβάσταχτα υψηλές συντάξεις» που παρέχονται στους υπάρχοντες συνταξιούχους, γεγονός που αποκλείει τις απαραίτητες κοινωνικές δαπάνες για την προστασία των ευάλωτων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων και των ανέργων.

Για τη στήριξη της στρατηγικής δημοσιονομικής εξισορρόπησης, το ΔΝΤ, σύμφωνα με το το ΑΜΠΕ, ζητά από την κυβέρνηση να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανέχεται τη φοροδιαφυγή. Είναι ενδεικτικό όπως αναφέρει ότι τα χρέη προς το Δημόσιο έχουν φθάσει το 70% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη, που οφείλονται από τους μισούς φορολογούμενους). Είναι επίσης αποτέλεσμα της φθίνουσας πορείας των ποσοστών στις φορολογικές εισπράξεις (το ποσοστό των ετήσιων προσδιορισμών φόρου που εισπράττεται), οι οποίες έχουν πέσει χαμηλότερα από ένα ήδη χαμηλό επίπεδο περίπου 75% που ήταν 2010, σε λιγότερο από 50% σήμερα, παρά την άνευ προηγουμένου διεθνή τεχνική βοήθεια

Το ΔΝΤ αποδέχεται ότι η νέα μεταρρύθμιση στη φορολογία του εισοδήματος βοήθησε στην εναρμόνιση των φορολογικών συντελεστών. Όμως, όπως επισημαίνει οι μεταρρυθμίσεις βασίζονται κατά πολύ στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών, η οποία δημιουργεί αντικίνητρα στην εργασία στην επίσημη οικονομία. Επιπλέον, η μεταρρύθμιση στη φορολογία του εισοδήματος δεν έχει αντιμετωπίσει τις πολύ γενναιόδωρες φορολογικές απαλλαγές στην Ελλάδα, οι οποίες επιτρέπουν πάνω από τους μισούς μισθωτούς να εξαιρούνται από τη φορολογία του εισοδήματος. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι «οι εξαιρετικά γενναιόδωρες απαλλαγές για τη μεσαία τάξη δύσκολα δικαιολογούνται με επιχειρήματα κοινωνικής δικαιοσύνης γιατί δεν παρέχουν τα έσοδα που απαιτούνται για την προστασία των πλέον ευάλωτων με παροχές πρόνοιας και ανεργίας που είναι συνηθισμένες σε άλλες χώρες της Ευρώπης».

Το ΔΝΤ για ακόμη μία φορά θέτει το θέμα της ελάφρυνσης του Δημοσίου Χρέους, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και με την πλήρη εφαρμογή υφιστάμενου, απαιτητικού προγράμματος πολιτικών, η Ελλάδα χρειάζεται σημαντική ελάφρυνση του χρέους που βασίζεται σε αξιόπιστους δημοσιονομικούς και αναπτυξιακούς στόχους. Επισημαίνει δε ότι η πρόσφατη ανθρωπιστική πρόκληση από τη ροή των προσφύγων στην Ευρώπη έχει επιδεινώσει το βάρος του ελληνικού λαού. Αυτό απαιτεί την πλήρη υποστήριξη της Ελλάδας από τους Ευρωπαίους εταίρους της.

Για τα κόκκινα δάνεια το ΔΝΤ ζητά από τις ελληνικές αρχές να μειωθούν δραστικά, ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την επανάληψη χορήγησης πίστωσης στην οικονομία. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούν πλέον σχεδόν το 50% των συνολικών δανείων, που είναι το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη.