Με φόντο την πρόσφατη αποδοχή της ελληνικής κυβέρνησης για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στην επιτήρηση του ελληνικού προγράμματος, εξετάζουμε το χρονικό μιας σχέσης αγάπης μίσους, της σχέσης μεταξύ της Ελλάδας και του διεθνούς οικονομικού οργανισμού. Μια πολύχρονη σχέση αγάπης μίσους που απ’ο,τι φαίνεται δεν πρόκειται να διαλυθεί τόσο εύκολα…

Γράφουν οι: Πηνελόπη Μποσταντζόγλου και Αφροδίτη Πρέβεζα

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ή αγγλιστί International Monetary Fund (IMF), ιδρύθηκε το 1945 στην Ούασιγκτον των ΗΠΑ και αποτελεί έναν διεθνή οργανισμό, σκοπός του οποίου είναι η επίβλεψη του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, βάσει των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Στις αρμοδιότητες του οργανισμού, περιλαμβάνεται και η προσφορά οικονομικής και τεχνικής βοήθειας, στις περιπτώσεις εκείνες που αυτή ζητηθεί.

Μια τέτοια περίπτωση, ήταν και αυτή της Ελλάδας και της διευθέτησης της ελληνικής κρίσης χρέους, η οποία αποτελεί απλό μέρος μιας ευρύτερης και πολυσύνθετης οικονομικής κρίσης , όχι μόνο της Ευρωζώνης, αλλά κι ολόκληρης της παγκόσμιας οικονομίας. Από τα μέσα του 2010 μέχρι και σήμερα, έπειτα από αποκαλύψεις  των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της Ελλάδας και τις εκάστοτε Κυβερνήσεις της χώρας,  ν’ αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματα αυτά, η Ελλάδα όπως κι άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε., κατέφυγε στη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προκειμένου να  συγκροτηθεί από κοινού μηχανισμός στήριξης.

Έχοντας αυτά τα δεδομένα ως βάση, το πρώτο σημαντικό κεφάλαιο στη σχέση μεταξύ Ελλάδας και ΔΝΤ γράφτηκε στις 3 Μαΐου 2010 όταν η Ελλάδα βρέθηκε σε κατάσταση αδυναμίας χρηματοδότησης των τρεχόντων οικονομικών της ελλειμμάτων, ενώ παράλληλα αδυνατούσε να αναχρηματοδοτήσει το υπάρχον χρέος της και να πληρώσει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, τα οποία θα έληγαν μέσα στην επόμενη χρονιά. Ήταν τότε που η ελληνική Κυβέρνηση, επί πρωθυπουργίας του Γιώργου Παπανδρέου κι όταν στη θέση του υπουργείου Οικονομικών βρισκόταν ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, υπέγραψε με το ΔΝΤ το λεγόμενο Διακανονισμό Χρηματοδότησης Αμέσου Ετοιμότητας, ζητώντας 30 δις ευρώ και αλλά 80 δις ευρώ από τις υπόλοιπες 15 χώρες-μέλη της Ευρωζώνης, προκειμένου να ανταποκριθεί στις οικονομικές και δημοσιονομικές της υποχρεώσεις.

Στην πορεία και μετά την έγκριση των παραπάνω δανειακών συμβάσεων, προκειμένου να αξιολογηθεί η πρόοδος των όρων τους, για την έγκριση των επιμέρους δόσεων των δανείων, σχηματίζεται η γνωστή σε όλους μας Τρόικα (βλ. σημερινοί «Θεσμοί»),  η οποία αποτελείται από εκπροσώπους της Κομισιόν, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και φυσικά του ΔΝΤ.

Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, πως ο Γιώργος Παπανδρέου, είχε εκφράσει την αντίθεση του στην πολιτική του ΔΝΤ πριν από την ανάληψη της εξουσίας και επέμεινε ότι δεν ήθελε το Ταμείο να είναι μέρος στην επιτήρηση του ελληνικού προγράμματος, ρόλο τον οποίο το ΔΝΤ, έτσι κι αλλιώς θα αναλάμβανε, κυρίως λόγω των γερμανικών πολιτικών πιέσεων.

Η σκληρή στάση του ΔΝΤ απέναντι στην αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος και τη διαπραγμάτευση του ελληνικού έτσι όπως συμφωνήθηκε, κατά την υπογραφή των πρώτων μνημονιακών συμβάσεων της Ελλάδας, θα θέσει λίγο αργότερα και το τέλος των πρωθυπουργικών ημερών του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος πήρε την σκυτάλη των διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους δανειστές τον Ιούνιο του 2012, σε ένα ιδιαιτέρως ταραγμένο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, υπογράφοντας τελικά ένα ακόμα Μνημόνιο.

Η Κυβέρνηση Σαμαρά, είχε την ελπίδα να κλείσει την αναθεώρηση του ελληνικού προγράμματος πριν από το τέλος του 2014 και την έξοδο της Ελλάδας από το πακέτο διάσωσης. Ωστόσο, βλέποντας να μειώνεται η όρεξή του για μεταρρυθμίσεις, η τρόικα μαζί και το ΔΝΤ, κατηγορούν τον τότε Πρωθυπουργό για έλλειψη ευελιξίας, προκειμένου να ολοκληρωθεί η επανεξέταση του ελληνικού χρέους. Ο Αντώνης Σαμαράς και ομάδα στενών συνεργατών του, δήλωναν πως  η σκληρή γραμμή του εκπροσώπου του ΔΝΤ στην τρόικα, Poul Thomsen, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην παρακώλυση των τότε προσπαθειών, για την ολοκλήρωση της επανεξέτασης του ελληνικού χρέους.

Βλέποντας τις όποιες ελπίδες για διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ, να εξαερώνονται ο Αντώνης Σαμαράς, δήλωνε στις αρχές του Δεκεμβρίου του 2014 σχετικά με το Ταμείο:

Είμαστε έτοιμοι για μια τελική συμφωνία και μπορούμε να το πετύχουμε αν ο καθένας θέλει πραγματικά να προχωρήσουμε. Δεν μπορώ να δεχθώ παράλογες απαιτήσεις. Είμαστε στο τέλος του 2014 και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας αντιμετωπίζει, με τον ίδιο τρόπο όπως πριν από 2 ή ακόμα και 4 χρόνια πίσω, όταν τα πάντα κατέρρεαν.

Και η παρούσα όμως ελληνική Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει βιώσει τις δικές της αναταράξεις στις σχέσεις της με το διεθνή χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας και το οικονομικό επιτελείο της ελληνικής Kυβέρνησης, τόσο με επικεφαλής τον πρώην υπουργό Οικονομίας Γιάνη Βαρουφάκη και τις «θυελλώδεις» σχέσεις του με τον αντιπρόεδρο του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, όσο και με τον πιο «ηπίων τόνων» νυν υπουργό Οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτο, έχουν χαρακτηρίσει τα μέτρα που απαιτεί το ΔΝΤ «απαράδεκτα σκληρά». Και είναι αλήθεια πως σε ορισμένα θέματα το ΔΝΤ, εμφανίζεται πιο «δύσκολο» στις διαπραγματεύσεις, σε σχέση με τους Ευρωπαίους δανειστές της Ελλάδας.

Το ΔΝΤ, για παράδειγμα, φαίνεται λιγότερο πιθανό να δεχθεί μια ελληνική πρόταση για τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, που πρέπει να αποκατασταθεί από τις αυξήσεις των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και όχι με περικοπές μισθών συνταξιοδότησης. Και πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν πως ίσως τα δημοσιονομικά και οικονομικά οφέλη από μια σημαντική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, να υπερτερούν της επιβάρυνσης από την περικοπή των εθνικών συντάξεων.

Το ΔΝΤ έχει υπάρξει μέχρι και πρόσφατα ένας εύκολος στόχος για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει από καιρό ταχθεί ιδεολογικά αντίθετος στις δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές του διεθνούς οργανισμού, τις οποίες θεωρεί νεοφιλελεύθερες κι ακραίες. Σε μια από τις ομιλίες του μάλιστα, ο Αλέξης Τσίπρας κατηγόρησε το Ταμείο πως φέρει «ποινικές ευθύνες» για μερικές από τις καταστροφικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, επιχείρημα που έλαβε εκκωφαντικό χειροκρότημα από πολλούς  βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε άλλες του δηλώσεις ο Αλέξης Τσίπρας, υπογραμμίζει πως “οι θέσεις του Ταμείου δεν είναι εποικοδομητικές”, ζητώντας πνεύμα συμβιβασμού από τη μεριά του ΔΝΤ: “το Tαμείο θα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει μια συμβιβαστική λύση, αν θα είναι μέρος του προγράμματος ή όχι. Αν δεν θέλει μια συμβιβαστική λύση, θα πρέπει να βγει και να το πει δημοσίως”.

Ωστόσο, αφήνοντας στην άκρη τις εκάστοτε αιχμηρές δηλώσεις της ελληνικής Κυβέρνησης για το ρόλο του ΔΝΤ και τη συμμετοχή του στην παρακολούθηση του ελληνικού προγράμματος, ουσιαστικά φαίνεται πως ο Αλέξης Τσίπρας, συνεχίζει να πορεύεται στο δρόμο των προκατόχων του. Από την αρχή αυτής της κρίσης, το ΔΝΤ ήταν ο κύριος στόχος των καταγγελιών από τους ελληνικούς φορείς λήψης αποφάσεων, γεγονός φυσικά στο οποίο συνετέλεσαν και τα ΜΜΕ, τα οποία προβάλουν το ΔΝΤ ως το διεθνή οικονομικό «μπαμπούλα».

Ποιο είναι το ύψος της οικονομικής βοήθειας από το ΔΝΤ;

Πρώτο πακέτο βοήθειας:

Στις 2 Μαΐου 2010, το Eurogroup συμφώνησε για την παροχή διμερών δανείων, τα οποία θα συγκεντρώνονταν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ένα συνολικό ποσό 80 δις ευρώ και θα εκταμιεύονταν από τον Μάιο του 2010 μέχρι και τον Ιούνιο του 2013.

Σημειώνεται, πως το ποσό αυτό μειώθηκε τελικά κατά 2,7 δις ευρώ, επειδή η Σλοβακία αποφάσισε να μη συμμετάσχει στην ελληνική δανειακή σύμβαση, ενώ η Ιρλανδία και η Πορτογαλία παραιτήθηκαν από το εγχείρημα, καθώς ζήτησαν και οι ίδιες οικονομική βοήθεια.

Η χρηματοδοτική βοήθεια, που συμφωνήθηκε από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, ήταν μέρος μιας κοινής δέσμης μέτρων, με το ΔΝΤ να συμβάλλει με επιπλέον 30 δις ευρώ.

Δεύτερο πακέτο βοηθείας

Στις 14 Μαρτίου 2012, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης ενέκριναν την χρηματοδότηση ενός δεύτερου προγράμματος οικονομικής βοήθειας για την Ελλάδα. Τα κράτη- μέλη της ζώνης του ευρώ και το ΔΝΤ κατέβαλαν τα μη εκταμιευθέντα ποσά του πρώτου προγράμματος και επιπλέον 130 δις ευρώ για τα έτη 2012-2014.

Μπορεί το πρώτο πρόγραμμα βοηθείας να βασίστηκε σε διμερή δάνεια, ωστόσο, στο δεύτερο συμφωνήθηκε πως από τη μεριά των κρατών- μελών της Ευρωζώνης η χρηματοδότηση θα γινόταν από τον EFSF (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), το οποίο είχε τεθεί σε πλήρη λειτουργία από τον Αύγουστο του 2010.

Συνολικά, το δεύτερο πρόγραμμα προέβλεπε οικονομική ενίσχυση 164,5 δις ευρώ μέχρι το τέλος του 2014 (με περίοδο που αργότερα παρατάθηκε μέχρι τον Ιούνιο του 2015). Από το ποσό αυτό, τα 144,7 δις ευρώ προέρχονταν από την Ευρωζώνη μέσω του EFSF, ενώ το ΔΝΤ έκανε συνεισφορά 19,8 δις ευρώ.

Επιπλέον, κατά την έναρξη του δεύτερου προγράμματος, συμφωνήθηκε ότι θα πρέπει να υπάρχει συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (PSI) για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους στην Ελλάδα.

Τρίτο πακέτο βοηθείας

Στις 8 Ιουλίου 2015, η Ελλάδα υπέβαλε επίσημο αίτημα για στήριξη της σταθερότητας – με τη μορφή ενός δανείου – στον ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) που θα χρησιμοποιούνταν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του χρέους και για την εξασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού της συστήματος. Μια ξεχωριστή αίτηση για οικονομική βοήθεια, εστάλη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στις 23 Ιουλίου 2015.

Στις 19 Αυγούστου, το Συμβούλιο του ESM ενέκρινε το Μνημόνιο συνεργασίας, το οποίο στη συνέχεια υπογράφηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξ’ ονόματος του ESM και από την ελληνική Κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η συμφωνία του Αυγούστου προβλέπει μέχρι και 86 δις ευρώ οικονομική βοήθεια για τα έτη 2015-2018. Επιπλέον, η ελληνική Κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία για διευκόλυνση χρηματοπιστωτικής συνδρομής με τον ESM για να καθοριστούν οι οικονομικοί όροι του δανείου.

Μια πρώτη εκταμίευση των κονδυλίων ύψους 30 δις ευρώ, έγινε στις 20 Αυγούστου 2015, ενώ ένα επιπλέον ποσό 10 δις ευρώ διατέθηκε αμέσως για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Τα κεφάλαια αυτά, προορίζονται να επιτρέψουν στην Ελλάδα να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, με σκοπό την άμβλυνση των εμποδίων στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς και να αποπληρώσει το δάνειο-γέφυρα που εκταμιεύθηκε από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης, στις 20 Ιουλίου 2015, ύψους 7,16 δις ευρώ.

Θα συμμετάσχει το ΔΝΤ;

Το ΔΝΤ μέχρι πρόσφατα δεν είχε κάνει γνωστό εάν θα συμμετάσχει στο τρίτο πρόγραμμα για την Ελλάδα, ωστόσο, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ο εκπρόσωπος του Ταμείου, Τζέρι Ράις, επιβεβαίωσε τη συμμετοχή στο πρόγραμμα.

Ο κ. Ράις τόνισε στις δηλώσεις του πως το ΔΝΤ θα συμμετέχει τόσο σε συμβουλευτικό, όσο και σε χρηματοδοτικό επίπεδο, όμως θέτει δύο προϋποθέσεις για να γίνει αυτό: ελάφρυνση του χρέους και πακέτο με μεταρρυθμίσεις.

Καθοριστικής σημασίας κρίνεται και η περίφημη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με την επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ στο τέλος της εβδομάδας στο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός.

Η ελληνική Κυβέρνηση, παρόλο που το ενδιάμεσο διάστημα εξέφραζε την επιθυμία της για μη συμμετοχή του Ταμείου, τελικά αποδέχτηκε την συμμετοχή του, με τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτο, να δηλώνει σε γερμανική εφημερίδα ότι:

Ο Φιλανδός υπουργός Οικονομικών, Αλεξάντερ Στουμπ, ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κατέστησαν σαφές πως ο ρόλος του ταμείου στο πρόγραμμα είναι αδιαπραγμάτευτος και όχι μόνο σε επίπεδο παροχής τεχνογνωσίας, αλλά και σε επίπεδο ενεργής συμμετοχή.

Μάλιστα σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο Έλληνας ΥΠΟΙΚ, είπε ξεκάθαρα πως «καλούμε το ΔΝΤ να μετάσχει στο πρόγραμμα».

Το νέο αμέσως ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, με πολλά διεθνή Μέσα να ανεβάζουν την είδηση ως Breaking News.

photo:openeurope.org.uk, The Council of the European Union, Menelaos Myrillas, Alexandros Michailidis / SOOC