Ο Βαγγέλης Γιαννίσης είναι ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας ο οποίος ζει επί το πλείστον στη Σουηδία. Το μυθιστόρημά του έχει αντίστοιχα την γεύση των σκανδιναβικών crime. Είναι ομολογουμένως πολύ καλό βιβλίο και οι εκδόσεις διόπτρα είναι τόσο σίγουρες γι αυτό που δίνουν στους αναγνώστες τη δυνατότητα να τους το επιστρέψει και να του δώσουν δωρεάν ένα άλλο βιβλίο μας, σε περίπτωση που δεν τους αρέσει! Το iPop, τον συνάντησε και μίλησαν για τις δύο μεγάλες του αγάπες: τη Σουηδία και το Αστυνομικό μυθιστόρημα.

Ας τα πιάσουμε όλα από την αρχή. Η Σουηδία αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό για τον καθένα. Για εκείνον που τη βλέπει από μακριά φαντάζει ως ένας κοινωνικός παράδεισος χτισμένος από ανοιχτόμυαλους ανθρώπους. Για τον μετανάστη μπορεί να είναι το εισιτήριο για μια καλύτερη ζωή ή για μια ελαφρώς καλύτερη σκλαβιά, αν ανήκει στους λιγότερο τυχερούς. Για τον Σουηδό είναι ένας λόγος να κοιμάται χαρούμενος που γεννήθηκε στο τυχερό κομμάτι του κόσμου, ή μια πάλαι ποτέ ουτοπία στα πρόθυρα του εξισλαμισμού. Όπως και να ‘χει, αν την επισκεφτείς είτε μόνιμα, είτε προσωρινά θα έχει κάτι να σου δώσει.

Αν έρχεσαι για να μείνεις, θα σου δώσει μια ευκαιρία. Αν μη τι άλλο είναι μια χώρα γενναιόδωρη. Θα σου δώσει τη δυνατότητα να ζήσεις πιο άνετα. Θα σου αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στο κράτος και θα σε κάνει να ωριμάσεις σαν προσωπικότητα. Αλλά παράλληλα θα πρέπει να ξέρεις πως ξεκινάς από το μηδέν, έχοντας να ανταγωνιστείς 9 εκατομμύρια ανθρώπους που μιλάνε μια γλώσσα τελείως ξένη για σένα και θα βρεθείς μπροστά σε μια πραγματικότητα εξίσου ξένη. Μέχρι να μάθεις τη γλώσσα, να βρεις τους ρυθμούς σου και ανθρώπους πάνω στους οποίους μπορείς να στηριχθείς, θα νιώσεις μοναξιά.

Αν έρχεσαι απλά για να πάρεις μια γεύση από τη χώρα, μην περιμένεις να δεις αρκούδες να περπατάνε στη μέση της πόλης (true story, κάποιος με ρώτησε αν ισχύει) ούτε χιλιάδες πανύψηλες ξανθομαλλούσες Σουηδέζες να πλημμυρίζουν τους δρόμους. Να κάνεις μια υποχρεωτική βόλτα στη Gamla Stan της Στοκχόλμης (το Μοναστηράκι της Σουηδίας αναλογικά), να αράξεις κάτω από τη σκιά ενός δέντρου στα αμέτρητα καταπράσινα πάρκα και να διαβάσεις ένα βιβλίο, να δοκιμάσεις την τοπική κουζίνα –ε ναι, λοιπόν, τα κεφτεδάκια ΠΑΝΕ με μαρμελάδα –ή να περάσεις μια βόλτα από τα σοκάκια στα οποία περπατά ο Άντερς Οικονομίδης. Ίσως να πέσεις και πάνω του, που ξέρεις…

Σου αρέσει το Nordic Noir είπες; Έχεις μάνι –μάνι ένα κοινό με τους φίλους μας τους Σουηδούς. Μια απόδραση από την ασφάλεια της καθημερινότητας σε έναν φανταστικό κόσμο κινδύνου κι εγκλήματος είναι ίσως το μόνο πράγμα που λατρεύουν εξίσου με ένα ταξίδι στην Ταϊλάνδη και μια κούπα καφέ. Ίσως αυτό να είναι και το μυστικό της επιτυχίας του είδους. Η χώρα εξάγει περισσότερα αστυνομικά μυθιστορήματα από τραπεζάκια του ΙΚΕΑ και πάω στοίχημα πως αν σε ρωτήσω θα μου απαριθμήσεις τουλάχιστον τρεις Σουηδούς συγγραφείς.

Ναι, διαβάζω μανιωδώς αστυνομικά όταν δεν γράφω. Το διάβασμα δεν κόβεται ποτέ. Κι αν άρχιζα να απαριθμώ τα αγαπημένα μου δεν θα τελειώναμε ούτε αύριο. Είμαι βλέπεις κι εγώ ένας από αυτούς που κοιτάνε από την κλειδαρότρυπα ενός βιβλίου, γιατί για να ήμουν επιθεωρητής ούτε λόγος. Το μυαλό μου λειτουργεί κυρίως με τη λογική της δημιουργίας ενός μυστηρίου και όχι τόσο για την αποδόμησή του –γιατί νομίζεις ότι έχω να κερδίσω στο Cluedo κάτι χρόνια; (Ανάθεμα τον Συνταγματάρχη Μουστάρδα!) Αν κι έπειτα από μια συζήτηση με έναν μαθητή μου, που είχε νωρίτερα παρουσιάσει ένα power point για τον Κρίστερ Πέτερσον, ο οποίος και για χρόνια ήταν ο κυρίως ύποπτος για τη δολοφονία του Ούλοφ Πάλμε, ομολογώ πως άρχισε να με ιντριγκάρει η συγκεκριμένη υπόθεση. Βέβαια, αν το όνομά σου δεν είναι Leif G.W. Persson τη συγκεκριμένη υπόθεση δεν την πιάνεις ούτε για ζήτω.

Αν προσθέσουμε στη συγκεκριμένη υπόθεση και εκείνη της Μαύρης Ντάλιας (και του Τζακ του Αντεροβγάλτη για τους πιο… ρομαντικούς) τότε μιλάμε ίσως για τις υποθέσεις για τις οποίες έχει χυθεί το περισσότερο μελάνι. Mόνο για την επίλυση της δολοφονίας του Πάλμε έχουν ξοδευτεί μισό δισεκατομμύριο κορώνες κι έχουν καταγραφεί στοιχεία που γεμίζουν 3600 φακέλους.

Όσον αφορά τη Μαύρη Ντάλια, η υπόθεσή της αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη πως χρειάζεται ιδιαίτερη μαεστρία για να μεταφέρεις ένα ανεπίλυτο μυστήριο στον κινηματογράφο –και καλύτερα να αποφεύγεται εκτός κι αν σε λένε Ντέιβιντ Φίντσερ κι έχεις γυρίσει το Zodiac, μια από τις καλύτερες αστυνομικές ταινίες που έχουν βγει από Αμερικής μεριά, η οποία άλλωστε είναι η χώρα που μας έχει δώσει το διαμάντι που λέγεται True Detective και μερικές μέτριες απομιμήσεις εξαιρετικών δανέζικων σειρών (The bridge, The killing). Να περνάει, δηλαδή, η ώρα όταν δεν διαβάζουμε βιβλία.

Τι μάθαμε λοιπόν σήμερα για τη Σουηδία; Όμορφη χώρα, παράξενη γλώσσα, τρομεροί συγγραφείς. Μιλώντας για συγγραφείς, πριν από κάμποσα χρόνια διάβαζα ένα βιβλίο γνωστού Σουηδού συγγραφέα κι ένα φιλαράκι έτυχε να δει τη φωτογραφία του. «Ρε συ», μου είπε, «πώς είναι έτσι αυτός; Φέρνει λίγο σε ψυχάκια». Όντως, στη φωτογραφία έπαιζε λίγο το μάτι του και φαντάζομαι πως λόγω της συνεχούς ενασχόλησης με όχι και τόσο ευχάριστες ιστορίες, οι συγγραφείς αστυνομικών έχουν τη στάμπα του ιδιόρρυθμου. Αλλά πιστεύω πως είμαστε σχετικά νορμάλ. Κι ας κάνουμε παρέα με τύπους όπως ο Γκάρνεϊ, ο Χόλε και ο Οικονομίδης.