Όλοι έχουμε διαβάσει στις γερμανικές εφημερίδες την ιστορία του τεμπέλη Έλληνα, του διεφθαρμένου Έλληνα, του κουτοπόνηρου Έλληνα, του ασύδοτου Έλληνα. Αυτό που δεν έχουμε διαβάσει ούτε (λογικά) θα διαβάσουμε ποτέ είναι την ιστορία του φιλότιμου Έλληνα, του φιλόξενου, του συμπονετικού ή του ελληνικού κράτους που λειτουργεί. Αλλά και την ιστορία του απατεώνα Γερμανού, του ανισόρροπου Γερμανού ή του αναξιοπαθούντα Γερμανού…

Η Έφη και ο Θάνος μάς αφηγήθηκαν τη δική τους ιστορία. Πάει κάπως έτσι: ήταν δύο Έλληνες και ένας Γερμανός στην Ελλάδα. Και οι Έλληνες έπεσαν θύμα απάτης του Γερμανού. Όχι, δεν είναι ανέκδοτο.

«Απόγευμα Κυριακής, περπατούσαμε επί της Κηφισίας. Ένας άνδρας γύρω στα 60 μας πλησίασε και μας ρώτησε αν μιλάμε αγγλικά. Απαντήσαμε καταφατικά και σε σπαστά αγγλικά ζήτησε να μάθει προς τα πού βρίσκεται ο Ευαγγελισμός. Του δείξαμε την κατεύθυνση και η στιχομυθία ακολούθησε (στα αγγλικά) ως εξής:

– Πώς σκοπεύετε να πάτε εκεί;

– Με τα πόδια.

– (έκπληξη) Είναι πάρα πολύ μακριά! Γιατί δεν παίρνετε ταξί;

– Δεν έχω λεφτά.

– Λεωφορείο;

– Δεν καθόλου λεφτά. Μου τα κλέψαν!

– Να σας πάρουμε εμείς εισιτήριο!

Όσο του αγοράζαμε 2 εισιτήρια, εκείνος μάς εξήγησε -στα Γερμανικά πλέον- ότι είναι πιλότος, που ζει 6 μήνες το χρόνο στην Κω, μαζί με την οικογένειά του, όπου η γυναίκα του διατηρεί και κάποιο μαγαζί με ρούχα. Χθες το βράδυ βρισκόταν στο σταθμό Μοναστηρακίου όταν κάποιοι Πακιστανοί του έκλεψαν όλα τα πράγματα, μαζί με τα χαρτιά και τα λεφτά του. Προσπαθούσε από χθες να επικοινωνήσει με τη Γερμανική Πρεσβεία, αλλά λόγω Σαββατοκύριακου δεν τους έβρισκε. Γι’ αυτό αποφάσισε να επισκεφτεί ένα Γερμανό φίλο του, επίσης πιλότο που δούλευε σε αμερικανική εταιρεία και έμενε στο Μαρούσι για να ζητήσει βοήθεια. Επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να μετακινηθεί, διήνυσε ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ όλη αυτή την απόσταση. Περπατούσε συνολικά 10 ώρες, αλλά όταν έφτασε διαπίστωσε ότι εκείνος είχε φύγει για την επόμενη πτήση και δεν τον πρόλαβε. Τώρα θα επιχειρούσε να πάει στον Πειραιά για να προλάβει το φέρυ που φεύγει στις 6 για Κω. Εκεί θα συναντούσε και την οικογένειά του, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει να έρχονται οδικώς μέσω Ιταλίας.

Οι σκέψεις μας καθ’ όλη τη διάρκεια που μας εξηγούσε σταδιακά την κατάσταση, με αυτή τη σειρά: «γιατί δεν χρησιμοποίησε τηλέφωνο για να ειδοποιήσει κάποιον δικό του άνθρωπο – κλασικός Γερμανός, μα καλά γιατί δεν έμπαινε τσάμπα στο λεωφορείο – ααα γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι τόσο αναψοκοκκινισμένος, έχει περπατήσει 10 ώρες…»

Του προτείνουμε να καλέσει τους δικούς του από το κινητό μας, προσπαθούμε να καλέσουμε την Πρεσβεία, να τον φέρουμε σε επαφή με κάποιον Γερμανό. Δεν βγαίνει άκρη… Το μόνο που μας ζητάει είναι να του δώσουμε λεφτά για να πάρει ένα εισιτήριο. Κοιτάμε online, το εισιτήριο κοστίζει μεταξύ 48 και 51 ευρώ. Προτείνουμε να του κλείσουμε ένα online, λέει ότι επειδή δεν έχει χαρτιά δεν θα μπορεί να το παραλάβει…

Με τα πολλά αποφασίζουμε να του δώσουμε 55 ευρώ με την υπόσχεση εκείνος να μας τα επιστρέψει την επόμενη μέρα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: αποφασίζουμε να του φτιάξουμε «πεσκέσι» για το δρόμο (στη λογική ότι περπατούσε επί 10 ώρες) και βάζουμε σε μια τσάντα κρύο νερό, 2 τοστ, μια πορτοκαλάδα, ένα μήλο, μια μπανάνα και 2 μπισκοτάκια (μαζί με τα στοιχεία μας για να κάνει την κατάθεση «αύριο κιόλας, πρωί πρωί»). Ό,τι είχαμε σπίτι… Του δείχνουμε το δρόμο για τον ηλεκτρικό της Ειρήνης και με χαμόγελο για την καλή μας πράξη (και μικρή αμφιβολία) τον αφήνουμε να πάει στην ευχή του Θεού.

Σκεφτήκαμε μεταξύ μας ακόμα και μήπως όλα αυτά είναι κάποιο κόλπο της Bild για το πώς αντιδρούν οι Έλληνες εν μέσω κρίσης ή μήπως συμμετέχουμε σε κάποιο περίεργο ψυχολογικό πείραμα! Καταλήξαμε στο εξής «Ή είναι πολύ καλός ψεύτης/απατεώνας ή πολύ άτυχος και βλάκας με το πώς χειρίστηκε την κατάσταση… Αλλά εμείς δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει διαφορετικά».

Η ώρα της αλήθειας

Δύο μέρες μετά. Περίπου στην ίδια περιοχή. Τον βλέπουμε από μακριά να έχεις σταματήσει κάποιους αγνώστους και να τους ρωτάει πληροφορίες δείχνοντας προς τα κάτω. Αυτοί μοιάζουν να μην ξέρουν αγγλικά και δεν δίνουν σημασία. Στη συνέχεια τον βλέπουμε να κατευθύνεται προς το περίπτερο και να αγοράζει μπύρα. Περιμένουμε να απομακρυνθεί και πλησιάζουμε τον περιπτερά, τον οποίο γνωρίζουμε καθώς είμαστε κάτοικοι της περιοχής. Μάς λέει ότι ο συγκεκριμένος συχνάζει στην περιοχή και είναι «γνωστός απατεώνας».

Αμέσως καλούμε το αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Μας παραπέμπουν στο 100 (διστάσαμε να καλέσουμε κατευθείαν την Άμεση Δράση επειδή θεωρήσαμε ότι θα έχουν με πιο σοβαρά πράγματα να ασχοληθούν). Μόλις 10 λεπτά μετά, καταφτάνουν 4 μοτοσικλέτες με 5 πάνοπλους άνδρες της αστυνομίας με μαύρες στολές, μαύρες κουκούλες, κράνη και αυτόματα και περικυκλώνουν το σημείο. Αρχικά, κάναμε πίσω σκεφτόμενοι σε ποια σύμπτωση πέσαμε, ότι κάτι έγινε στη γωνιακή τράπεζα ακριβώς τη στιγμή που καλέσαμε για το Γερμανό. Σκεφτήκαμε ακόμα και ότι είναι μπλόκο της αντιτρομοκρατικής με τόσο εξοπλισμό και οργάνωση! Ακόμα και μια περαστική σταμάτησε να ρωτήσει αν έχει γίνει κάτι στην τράπεζα.

Ο πιο ψηλός αστυνομικός βγάζει κράνος και κουκούλα, μας κοιτάει ευγενικά και ρωτά αν είμαστε εμείς που καλέσαμε για ένα Γερμανό. Απαντάμε «Ναι, και ήρθατε όλοι εσείς;». Αφού τον υποδεικνύουμε (είχαμε βγάλει στην πρώτη μας συνάντηση φωτογραφία με το κινητό), κατευθύνονται προς το μέρος του και πολύ ευγενικά του λένε να τους ακολουθήσει.

Βρισκόμαστε πλέον στο αστυνομικό τμήμα του Αμαρουσίου και δίνονται οι σχετικές καταθέσεις. Ο Γερμανός μοιάζει να τα έχει χαμένα (ή συνεχίζει να παίζει το ρόλο του). Δηλώνει τα στοιχεία του, αναφέροντας για πρώτη φορά ότι γεννήθηκε στην Αυστραλία και έχει απλώς γερμανική καταγωγή, αλλά δεν έχει χαρτιά οπότε αναμένεται η επικοινωνία με τη Γερμανική Πρεσβεία και τις αρμόδιες αρχές. Κατά τα άλλα, ζει ξανά τη μέρα που τον γνωρίσαμε. Την προηγούμενη ήρθε στην Ελλάδα, του έκλεψαν τα πράγματα και θέλει να πάει στο λιμάνι για να μεταβεί σε κάποιο ελληνικό νησί (τη Ρόδο αυτή τη φορά). Αγχώνεται μόνο όταν του εξηγούν στα γερμανικά ότι υπάρχουν φωτογραφίες που αποδεικνύουν ότι κλέβει και ζητά επίμονα να τον αφήσουν γιατί δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Ο αστυνομικός παρατηρεί ότι φοράει διαφορετικό πουκάμισο από τη φωτογραφία που είχαμε βγάλει την Κυριακή και ότι είναι φρεσκοξυρισμένος. Το πιο περίεργο, όμως, είναι ότι δεν φαίνεται να μας αναγνωρίζει καθόλου: ξαναμιλάμε στα γερμανικά και απλώς μας ζητάει να πάει στην τουαλέτα.

Οι αστυνομικοί απορημένοι. Με τη βλακεία-καλοσύνη μας, με τη στάση του Γερμανού, με την ίδια την υπόθεση… Δεν τους έχει ξανατύχει κάτι παρόμοιο. «Στο Μαρούσι κυκλοφορούν πολλοί απατεώνες. Ξέρουμε τουλάχιστον 2 δήθεν γιατρούς που ζητούν  λεφτά από γέρους ανθρώπους για φάρμακα που δήθεν χρειάζεται και ζήτησε το παιδί τους», μας λένε. «Αλλά μάλλον κι εμείς στη θέση σας το ίδιο θα κάναμε…»

Παρατηρήσεις:

  1. Είχαμε αναγνωρίσει τα σημάδια. Τα ρούχα και το ρολόι του έμοιαζαν σχετικά φτηνά (το είχαμε googlάρει), δεν ήθελε να τηλεφωνήσει στους δικούς του, ούτε να του κλείσουμε εισιτήριο ηλεκτρονικά… Επίσης, η ιστορία είχε κάποια κενά: πώς του έκλεψαν τα πάντα, γιατί δεν πήγε κατευθείαν στην αστυνομία, γιατί δεν ζήτησε να τηλεφώνησει σε κάποιον; Τέλος, με τους αστυνομικούς συζητούσαμε ότι είπε ότι τον έκλεψαν Πακιστανοί, το εύκολο θύμα.
  2. Για την ιστορία, οι αστυνομικοί μάς είπαν ότι θα προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με την Πρεσβεία, αλλά δεν θα μπορούσαν να τον κρατήσουν πολύ παραπάνω. Άλλωστε πρόκειται για περίπτωση εξαπάτησης και όχι κλοπής και απλώς εκκρεμεί η υπόθεση της μήνυσής μας.
  3. Βασικό μας μέλημα στο αστυνομικό τμήμα ήταν: α) να μην εξαπατηθεί και κάποιος άλλος β) μήπως ο άνθρωπος όντως είναι ψυχικά άρρωστος και χρειάζεται βοήθεια ή να επικοινωνήσει με την οικογένειά του….»

Ηθικό δίδαγμα

Δεν είναι όλοι οι Γερμανοί άξιοι να κρίνουν και να κατακρίνουν τους Έλληνες. Το ελληνικό κράτος (και ειδικά το αστυνομικό τμήμα του Αμαρουσίου) μοιάζει να στελεχώνεται από νέα ευγενικά παιδιά που μόνο θετική εντύπωση προκαλούν για το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης. Και κυρίως η κρίση δεν μας έκανε (όλους) να χάσουμε την ψυχή μας. Γνήσιες ελληνικές αρετές (οι οποίες σίγουρα δεν διαφημίζονται στα γερμανικά μέσα), όπως το φιλότιμο και η φιλοξενία, παρά την οικονομική κρίση που όλους μας έχει επηρεάσει, δεν έχουν αλλοιωθεί. Οι Έλληνα ακόμα και αν δεν μπορούν να προσφέρουν λεφτά σε κάποιον που χρειάζεται τη βοήθειά τους, μάλλον θα μπορούν να ετοιμάσουν «κάτι για το δρόμο»… Και αν ο χειρισμός των παιδιών στην παραπάνω αληθινή ιστορία σου φάνηκε επιπόλαιος, ανόητος, αφελής, ξανασκέψου το και ίσως καταλήξεις κι εσύ σε αυτό που είπε ο αστυνομικός «Μάλλον κι εγώ στη θέση τους το ίδιο θα έκανα»…

Photo: businessinsider.com