Πριν λίγα χρόνια, το βιβλίο του “Το Τανγκο των Χριστουγέννων” έγινε ταινία και μάλιστα με τεράστια εισπρακτική επιτυχία. Ο Γιάννης Ξανθούλης συναντήθηκε με το ipop και μίλησαν για την Κωνσταντινούπολη, η οποία πρωταγωνιστεί στις σελίδες του τελευταίου του βιβλίου το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Μια… Πόλη που αλώνεται αενάως. Έτσι πια την αντιμετωπίζω σε ταξίδια απόλυτα αυτογνωστικά. Εξάλλου αυτό φαίνεται καθαρά στο βιβλίο μου «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων».

Δεν γράφω, θα ήταν αφελές, ούτε τουριστική ούτε ιστορική περιήγηση. Αυτό το έχουν κάνει επιφανείς συγγραφείς και ιστορικοί. Η δική μου «Κωνσταντινούπολη –Ιστανμπούλ» είναι αυτή που ανακάλυψα σε ωριμότητα έχοντας σαν μπούσουλα μια πιο επεξεργασμένη αντίληψη της ανατολικοθρακιώτικης καταγωγής μου.

Οι γνώσεις μου στην τουρκική γλώσσα με τον καιρό με βοήθησαν να κατανοήσω καλύτερα το πολυπολιτισμικό της θαυμαστό χάος και τις ιδιαιτερότητες που απόκτησε η Πόλη σταδιακά αφότου έχασε τα πρωτευουσιάνικα πρωτεία της.

Σιγά σιγά όμως και κυρίως τα τελευταία είκοσι χρόνια ξέφυγε από την φυγόκεντρο του εθνικιστικού χαρακτήρα της τούρκικης πολιτικής για να μεταβληθεί σε μια μητρόπολη αισθήσεων και συγκινήσεων. Η συγκίνηση που για τον καθένα μας είναι μια παντελώς ιδιωτική υπόθεση αφορά την μοναδικότητα της Πόλης με τον συγκερασμό στοιχείων –θα έλεγα σε υπερθετικό βαθμό –από την Ανατολή και τη Δύση.

Αν και η σημερινή Κωνσταντινούπολη ελάχιστα θυμίζει εκείνη που γνώρισαν γενιές και γενιές της ρωμέικης μειονότητας, διατηρεί ακόμη τις χτυπητές αντιθέσεις της στις παλιές και νέες γειτονιές.

Προφανώς η μεγάλη εσωτερική μετανάστευση και το πείσμα ουκ ολίγων να παραμείνουν φανατικά δυτικότροποι (έχοντας κόντρα) διαρκή με τον οξύμωρο ισλαμιστή πρωθυπουργό) της δίνει αυτό το ιδιότροπα γοητευτικό χρώμα που ξαφνιάζει τον επισκέπτη.

Στα δικά μου γραπτά η Κωνσταντινούπολη λειτουργεί σαν ψυχαναλυτικός καταλύτης με την ευσεβή ασέβειά της δηλαδή την ανάγκη να συντηρεί τόσους χώρους λατρείας διαφορετικών θρησκειών, να αυτοαποκαλύπτεται, να παραμένει αμήχανη μπροστά στις προκλήσεις και μέσα από τις υπερβολές της (αρχιτεκτονικά μεγάλων δημοσίων έργων, καταναλωτική υστερία) να ψάχνει καθημερινά το καινούργιο της στίγμα.

Εννοείται πως οι διαδρομές μου είναι ανορθόδοξα τουριστικές αφού με απασχολεί το ημίφως πια του επουσιώδους που όμως για μένα αποκτά ποιητική σημασία. Το συγκεκριμένο βιβλίο γράφτηκε και εκδόθηκε –το πρώτο μέρος –το 2008 με τον ίδιο ακριβώς τίτλο. Το 2013 έγραψα τη συνέχειά του προσθέτοντας μάλιστα κι ένα 16σέλιδο με ζωγραφιές, που έκανα εμπνευσμένες από το κείμενο.

Έτσι αποφάσισα κάθε τόσο να προσθέτω σελίδες και σχέδια στο αρχικό κείμενο και τη συνέχειά του ώστε να γίνει ένα βιβλίο χωρίς τέλος περιμένοντας το δικό μου φυσικό τέλος, Ένα sonmez kitap (σονμέζ κιτάπ) στα τούρκικα…. Ατέλειωτο και πάντα από τη δική μου λοξή ματιά.