Ο Γιάννης Τσορτέκης, ο Γιώργος, ο Ηρακλής και ο Παράσχος

LIKE US ON FACEBOOK

Η πρώτη μου επαφή με τον Γιάννη Τσορτέκη ήταν στο J.A.C.E. Τότε, δεν ήξερα ποιος είναι, ήξερα όμως ότι θέλω να μάθω περισσότερα πράγματα για εκείνον. Εκείνος φυσικά αγνοούσε την ύπαρξή μου! Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να συναντηθούν οι δρόμοι μας. 8 χρόνια μετά, ο Γιάννης Τσορτέκης κι εγώ συναντηθήκαμε -κανονικά αυτή τη φορά- ένα μεσημέρι καθημερινής σε ένα καφέ στο Ψυχικό, όπου είχαμε το ραντεβού μας για τη συνέντευξη που θα διαβάσεις παρακάτω.

Ήρθε με το ποδήλατό του, είχε ένα πολύ γλυκό χαμόγελο και μου μαρτύρησε τα πάντα. Απάντησε σε όλες μου τις ερωτήσεις, είπε πράγματα που σκέφτεσαι κι εσύ, αλλά ίσως δεν τολμάς να πεις και δεν μάσησε τα λόγια του αναφερόμενος στην σκληρότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Ο Γιάννης Τσορτέκης, ένας οικονομίδιος πλέον ηθοποιός με τεράστιο ταλέντο, τη μια μέρα μπορεί να γυρίζει την πιο δύσκολη σκηνή για την “Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς” και την άλλη μέρα να τον βλέπουμε σε έναν απαιτητικό ρόλο καθημερινής τηλεοπτικής σειράς.

Μπορεί λόγω ορισμένων ρόλων του να έχουμε σχηματίσει την εικόνα του “σκληρού” για εκείνον, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν πολύ ευαίσθητο άνθρωπο που, όπως εξομολογείται ο ίδιος, δεν του περνάει καν απ’ το μυαλό να εκδικηθεί, και αντιμετωπίζει την κάθε του επαγγελματική του σχέση σαν ερωτική. Γι’ αυτό και τον βλέπουμε να μεταλλάσσεται και να μεταμορφώνεται, πείθοντάς μας ότι είναι γεννημένος για να ενσαρκώσει την κάθε περσόνα που υποδύεται. Αυτός είναι ο Γιάννης Τσορτέκης κι αυτά είναι όσα μου αποκάλυψε στην πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα μας.

Ο Γιάννης Τσορτέκης στο iPop.gr

  1. Απ’ το «Μικρό Ψάρι» στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»… Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στον Γιώργο και τον Ηρακλή, τους χαρακτήρες που υποδύεσαι;
  2. Η πρώτη ομοιότητα είναι το γεγονός ότι ο Γιάννης Οικονομίδης έχει επιλέξει διαισθητικά εμένα και για τον Γιώργο και για τον Ηρακλή! Αυτό μου δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον για να σκεφτώ ότι υπάρχουν ομοιότητες. Νομίζω ότι έχουμε δύο περσόνες, δύο ανθρώπους που κατά βάθος είναι υπερευαίσθητοι… έτσι νιώθω εγώ. Ο Γιώργος μου άρεσε πολύ σαν τυπάκι γιατί όλοι τον είχαν σαν δεδομένο, αλλά δεν είναι! Κάτι παρόμοιο ισχύει και για τον Ηρακλή. Οι διαφορές είναι ότι ο Γιώργος ήταν ένα πιο ανεξάρτητο πρόσωπο ενώ ο Ηρακλής είναι λίγο… “στο βρακί της μάνας του”, κάτι το οποίο δεν ήταν ο Γιώργος! Από εκεί εκπορεύονται κι όλα τα δεινά για τον Ηρακλή, που νομίζω πως αυτά που παθαίνει θα τα πάθαινε και τα παθαίνει ο οποιοσδήποτε άντρας: Το να είναι τρελά ερωτευμένος με τη γυναίκα του κι εκείνη όχι απλώς να τον κερατώσει, αλλά να τον παρατήσει και να φύγει τελείως. Η διαχείριση των προσώπων -του Γιώργου και του Ηρακλή- είναι ο τρόπος που έχει προχωρήσει μέσα στα χρόνια ο Γιάννης Οικονομίδης και που συναντιόμαστε οι δυο μας και αναγνωρίζει κάποια πράγματα σε μένα. Η επαφή μας, η χημεία, η αναγνώριση, η εκτίμηση και ο σεβασμός που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον φέρνει το μεν και το δε αποτέλεσμα.
  1. Ποια ήταν η πρώτη επαφή που είχες με τον Γιάννη Οικονομίδη;
  2. Η πρώτη επαφή μου με τον Γιάννη ήταν όταν είδα το “Σπιρτόκουτο”, αλλά ο Οικονομίδης δεν είχε επαφή με μένα τότε! (γέλια). Η ταινία μου άρεσε τρελά, χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο Οικονομιδης τότε, απλά έβλεπα ένα πράγμα που με γοήτευε τρελά, το ερωτεύτηκα και το ζήλεψα απ’ την άποψη του πόθου, το πόθησα! Ήρθε κάποια στιγμή που συνάντησα τον Γιάννη Οικονομίδη ενώ μιλούσε με τη Μαρία Καλλιμάνη για τον “Μαχαιροβγάλτη”, οπότε την χαιρέτησα, αλλά επειδή δεν τον ήξερα, τον αγνόησα τελείως!Η πρώτη μας ουσιαστική επαφή ήταν όταν με πήρε για να μιλήσουμε για το Μικρό Ψάρι. Μου έδωσε το σενάριο για να το διαβάσω, αλλά εγώ δεν το διάβασα ποτέ! Όταν ξαναμιλήσαμε και με ρώτησε πώς μου φάνηκε, του είπα “φοβερό” γιατί ήξερα ήδη ότι ήθελα έτσι κι αλλιώς να συμμετέχω στην ταινία. Όταν βρεθήκαμε να πούμε για τον ρόλο δεν ήξερα για ποιο πράγμα μιλάμε, ήξερα ότι απλώς θέλω να ‘μαι στην ταινία! Μετά διάβασα και τον ρόλο και την ιστορία, και απόλαυσα τις πρόβες γιατί γνώρισα αυτό τον υπέροχο τύπο, τον Βαγγέλη Μουρίκη. Οι πρόβες ήταν κυρίως με τον Βαγγέλη και τον Γιάννη. Η συνάντησή μου μαζί τους ήταν καταλυτική για τον προσδιορισμό μου μέχρι τότε και φυσικά για τη συνέχειά μου και την εξέλιξή μου από εκείνη τη στιγμή και μετά. Οφείλω πάρα πολλά και στον Βαγγέλη και στον Γιάννη. Στην αρχή αισθανόμουν σίγουρος για τον εαυτό μου και μετά αυτή η σιγουριά έφυγε, αλλά ένιωθα ασφαλής, μέσα σ’ ένα περιβάλλον που όμως δεν αναγνώριζα τίποτα. Και τελικά, όλο αυτό εξελίχθηκε σ’ αυτό που βγήκε στην ταινία. Ούτε στην Μπαλάντα υπήρχε γνώριμο τοπίο, εκτός απ’ την εξοικείωση, την αγάπη και τη φροντίδα μεταξύ μας. Εγώ πλέον επιλέγω να μην κάνω καμία δουλειά εάν δεν υπάρχουν τέτοιους είδους σχέσεις με τους ανθρώπους. Εάν δεν αντιμετωπίσουμε ως ερωτική μια τέτοια σχέση, δεν μπορεί να αφουγκραστεί ο ένας πού βρίσκεται ο ευαίσθητος χώρος του άλλου. Η σχέση μου με τον Οικονομίδη είναι άκρως ερωτική, άρα άκρως προσωπική. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει εκείνος κάτι σε μένα κι εγώ σε εκείνον ώστε να προκύψει αυτό το αποτέλεσμα.

  1. Ποια γυρίσματα ήταν πιο δύσκολα: Στο Μικρό Ψάρι ή στην Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς;
  2. Τα γυρίσματα ήταν όλα εξαιρετικά και ευχάριστα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχαν δυσκολίες στο θέμα της προσέγγισης, όχι τεχνικά, αλλά ερμηνευτικά. Παρά το γεγονός ότι τα πράγματα ήταν εξαιρετικά δουλεμένα και συμφωνημένα, υπήρχαν κάποιες στιγμές και του Γιώργου και του Ηρακλή όπου δεν είναι αυτονόητο ότι μπορεί να συμβεί αυτό που τελικά έχει πιάσει πλέον η κάμερα. Οπότε και στις δύο περιπτώσεις εγώ είχα χάσει κανένα 10άρι κιλά απ’ το άγχος και την αγωνία όσο πλησίαζε η μέρα του γυρίσματος το οποίο ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Γιατί δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Αυτά τα τόσο απλά που φαίνονται στην ταινία είναι στα όρια του αδύνατου.
  3. Το μισό καστ της ταινίας είναι ερασιτέχνες. Πώς ήταν η συνεργασία μαζί τους;
  4. Εξαιρετική! Αρχικά, διότι κανείς μας δεν αντιμετώπισε τους μη επαγγελματίες ηθοποιούς σαν κάτι διαφορετικό. Δεν υπήρξε ποτέ διαχωρισμός κι αυτό είναι μια εκ θεμελίων άλλης ηθικής προσέγγιση απ’ τον Γιάννη Οικονομίδη. Οπότε δεν τέθηκε ποτέ το θέμα ότι η Βασιλική Καλλιμάνη που κάνει τη μαμά μου δεν είναι ηθοποιός. Γεννάται το ερώτημα “εγώ είμαι; Τι είμαι;”. Τι με καθιστά εμένα ηθοποιό όταν η άλλη είναι ισοπεδωτική μπροστά σε εμένα; Δεν χρησιμοποιήθηκε απ’ τον Γιάννη καμία διαφορετική μέθοδος ή προσέγγιση σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Κι εγώ απ’ το μηδέν ξεκίνησα σ’ αυτή την ταινία. Πήγα ως Γιάννης Τσορτέκης που πήγα να αναγνωρίσω εκ του μηδενός αυτό που έχουμε μπροστά μας. Για παράδειγμα, εγώ έπρεπε να αναγνωρίσω τη Βασιλική ως μάνα μου κι εκείνη εμένα ως γιο της.

  1. Πώς είναι η σχέση του Ηρακλή με τη μάνα του;
  2. Δεν ξέρω εάν έχουμε τελικά τόσο Ηρακλή όσο έχουμε μαμά! Κι αυτό είναι μια ελληνική πραγματικότητα. Δεν ξέρω εάν εγώ στα μάτια της μαμάς μου ξεπέρασα ποτέ την ηλικια των 5 ετών. Η Φωτεινή, η μαμά του Ηρακλή, δεν διαφέρει από καμία άλλη Ελληνίδα μαμά. Το παιδί δεν μεγαλώνει ποτέ, θα είναι πάντα εξαρτημένο, και οικονομικά, ακόμα κι αν κάνει μεγαλοβιομηχανία, στην πρώτη δυσκολία στη ζωή του, επιστρέφει στη μαμά του. Είναι μια ψυχογραφία των μανάδων βλέποντας πόσο τελικά οι μαριονέτες, τα αντράκια είναι σκύλοι που φωνάζουν αλλά δεν πρέπει να τους φοβάσαι. Μόλις φοβηθούν, βάζουν την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, γιατί κανείς δεν τους έμαθε πώς να αντιμετωπίζουν τη ζωή.
  1. Άρα η σχέση που έχει ο Ηρακλής με τη Φωτεινή σου θυμίζει τη σχέση σου με τη μαμά σου;
  2. Μου θυμίζει βασικά τη σχέση που έχουν όλοι οι άντρες με τη μαμά τους! Το αγόρι ενηλικιώνεται όταν σταματά να υπάρχει η μαμά. Σε όποιο βαθμό και να έχει ανεξαρτητοποιηθεί ένα αρσενικό, η σχέση με τη μάνα είναι πάντα μια ιδιαίτερη σχέση. Και πάντα ο άντρας γυρίζει σ’ αυτό το καταφύγιο όταν πληγώνεται ερωτικά. Νομίζω εάν δεν είχε μάνα ο Ηρακλής, δεν θα είχαμε αυτή την ιστορία, δεν θα ήταν άξια αναφοράς! Η ταινία πρέπει να μας βάλει να σκεφτούμε γιατί τόσο αυθόρμητα ο Ηρακλής καταφεύγει στη μάνα του; Γιατί είναι το αυτονόητο; Το φυσιολογικό; Και γιατί είναι κι απ’ την άλλη πλευρά έτσι;
  3. Θα καταφέρει ο ίδιος να πάρει τελικά την εκδίκησή του;
  4. Νομίζω ότι ο Ηρακλής στα πλαίσια αυτού του εντελώς μικροαστικού περιβάλλοντος υπηρετεί, το μυαλό του φτάνει μέχρι εκεί. Όταν έρχεται μια στιγμή να συντελεστεί η εκδίκηση, είναι κάτι που δεν του προσφέρει ίχνος ικανοποίησης, γιατί δεν είναι αυτό, αλλά δεν το ξέρει. Νομίζει ότι παίρνοντας το αίμα του πίσω θα πάρει ικανοποίηση, αλλά δεν γίνεται έτσι. Όπως δεν συμβαίνει αυτό ποτέ. Ό,τι έχει γίνει έχει γίνει, γι’ αυτό είναι πλέον γεγονός.

  1. Η Ελληνίδα μάνα θα έκανε τα πάντα για το παιδί της; Ή θεωρείς ότι υπάρχει κάποιο όριο;
  2. Εγώ ξέρω ό,τι ξέρω απ’ τη δική μου τη μανούλα, η οποία μ’ έστειλε από πολύ νωρίς και το εννοούσε και το τήρησε, κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα, κι είναι κι ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους τη λατρεύω τόσο πολύ! Σαν να το ήξερε και να έπρεπε ασυνείδητα να αλλάξει το ρου των πραγμάτων και το έκανε. Την ευχαριστώ και την ευγνωμονώ γι’ αυτό. Το παιχνίδι με την Ελληνίδα μάνα χάνεται στο πόσο δεν δομείται μια προσωπικότητα να αυτονομηθεί τη στιγμή που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει. Αυτός ο τρόπος είναι πάντα βίαιος. Έτσι πρέπει να συμβεί, γιατί εάν δεν κοπεί ο ομφάλιος λώρος, δεν θα κοπεί ποτέ, ίσα ίσα θα χειροτερέψει η κατάσταση. Στην Μπαλάντα βλέπουμε τον Ηρακλή να έχει περάσει η ζωή χωρίς να έχει πιει ούτε μια στάλα απ’ αυτήν! Έζησε μια ζωή ερήμην.
  3. Ο Γιάννης Τσορτέκης είναι εκδικητικός;
  4. Καθόλου, γιατί δεν μπορώ να μπω καν σε μια τέτοια σκέψη. Μου φαίνεται τόσο τοξική που χάνω τον ύπνο μου. Πιστεύω ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Δεν γίνεται να ξε-αδικηθώ κι ας έχω αδικηθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Δεν γίνεται να αδικήσω κάποιον άλλον επειδή με αδίκησε κάποιος στο παρελθόν ούτε να ξε-αδικηθώ.
  1. Γιατί είπες το «ναι» για τη συμμετοχή σου στο Έρωτας Μετά;
  2. Με πήραν τηλέφωνο και μου το πρότειναν. Αρχικά, με ρώτησαν για έναν πολύ μικρό αριθμό επεισοδίων και μου έστειλαν κάποια σενάρια, και το μόνο που έκανα ήταν να μπω να δω περί τίνος πρόκειται. Είδα μερικούς φίλους, όπως τον Δημήτρη Ξανθόπουλο, τον Κώστα Κόκλα, μετά είδα την Έμιλυ Κολιανδρή, τον Αλέξανδρο Μούκανο κι άλλους ανθρώπους που εκτιμώ πολύ και μαζί με το αισθητικό αποτέλεσμα που μου άρεσε, μου έδωσαν ένα θετικό feedback γι’ αυτό και είπα το ναι. Μου είπαν ότι θα υποδυθώ έναν όχι και τόσο καλό άνθρωπο (γέλια) κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω το μέγεθος και πώς θα εξελιχθεί. Στη συνέχεια έμαθα πως τη γυναίκα μου κάνει η Μαρία Ζορμπά, με την οποία επί της ουσίας η σχέση μας στο θέατρο ξεκίνησε μαζί, γιατί κάναμε μαζί τις δύο πρώτες μου παραστάσεις, οπότε ένιωσα πολύ τρυφερά. Μετά άρχισαν να έρχονται τα σενάρια και τρόμαξα. Υπήρξαν κάποια επεισόδια που όταν τα διάβαζα ένιωσα τέτοια αηδία που ανακατεύτηκα και μετά βίας κρατήθηκα να μην κάνω εμετό διαβάζοντας τη σκηνή. Απλά διαβάζοντας, χωρίς να κάνω την προσομοίωση. Έψαχνα να βρω τον τρόπο να δω πώς θα το κάνω. Τελικά, η αμέριστη βοήθεια, συμπαράσταση, παρότρυνση και φροντίδα απ’ τον Στέφανο Μπλάτσο, τον Σέργιο Κωνσταντινίδη και τον Βασίλη Τσελεμέγκο, των ηθοποιών και των τεχνικών με βοήθησαν. Αυτοί είχαν ζήσει μια σειρά γυρισμάτων, αλλά αυτό το βίαιο δεν είχε υπάρξει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εγώ αφέθηκα μόνο στις οδηγίες και εκείνοι άρχισαν να βλέπουν κάτι εξαιρετικά τρομακτικό, αλλά και ιδανικό για την εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι πολύ γρήγορα μου είπαν πως ήθελαν να αυξήσουμε τον αριθμό των επεισοδίων κι εγώ έβλεπα πως το πράγμα πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο! (γέλια). Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, το αγάπησα πάρα πολύ, γούσταρα παράφορα, το απόλαυσα και στεναχωρήθηκα που τελείωσε, που δεν το φανταζόμουν ότι θα μου συμβεί αυτό. Αυτό έγινε γιατί έβλεπα στα μάτια όλων των συνεργατών πόσο με αγαπάνε και με φρόντιζαν και το γύριζα πίσω. Ήταν τόσο μα τόσο ωραίο. Αυτό ήταν… Αυτό είναι το Έρωτας Μετά.
  3. Πόσο δύσκολο ήταν το γύρισμα των πολύ βίαιων σκηνών, όπως εκείνες όπου χτυπάς την τηλεοπτική σου σύζυγο;
  4. Ευτυχώς δεν υπήρξαν σκηνές που να χρειαστεί να σηκώσω χέρι στη Μαρία. Σκηνές τσακωμών με ξύλο υπήρχαν μεταξύ ανδρών, με τον Κόκλα και τον Λεβεντογιάννη, όπου εννοείται ότι δεν άνοιξε “ρουθούνι” γιατί είναι θέμα φροντίδας.
  5. Ο Παράσχος είχε το τέλος που του άξιζε;
  6. Όχι! Ο Παράσχος είναι μια παράμετρος μιας ιδιαίτερης κοινωνίας, κλειστής, μικρής, περιφερειακής, όπως είναι ο Ηρακλής. Δεν ξέρουμε και δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ εάν αυτά για τα οποία κατηγορείτο έγιναν όντως απ’ αυτόν ή όχι. Επομένως το πρόσωπο δεν δικαιώθηκε, ούτε απ’ την πλευρά της ξεκάθαρης κατηγορίας ούτε της ξεκάθαρης αθώωσης. Επίσης, νομίζω ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν ξεκάθαρα αρνητικά συμφραζόμενα ώστε να δούμε την ολοκλήρωση του Παράσχου. Θα μπορούσε να σκοτώσει κάποιον ή δέκα, να μην κατηγορηθεί ως βιαστής, αλλά να τον δούμε να βιάζει, να μην κατηγορηθεί σαν παιδεραστής, αλλά να τον δούμε να αποπλανεί. Μπροστά σε όλον αυτό τον συντηρητισμό και τον πουριτανισμό που υπάρχει δίπλα μας, που η κοινωνία μας είναι αδιανόητα συντηρητική, ίσως θα έπρεπε να το βλέπαμε απ’ τη στιγμή που εισηγήθηκε η ιστορία έναν τέτοιο χαρακτήρα. Να τα δούμε κι όχι να τα ακούσουμε. Το πραγματικό θα ήταν να δούμε πώς θα μπορούσε να ξεκοιλιάσει κάποιον για να δούμε τότε την πραγματική αντίδραση του κόσμου. Αλλά νομίζω ότι τελικά οι σεναριογράφοι τελείωσαν με τον Παράσχο μια ώρα αρχύτερα και καλά έκαναν!
  7. Θα τον ξαναδούμε στη σειρά;
  8. Δεν γνωρίζω καθόλου, αλήθεια δεν ξέρω! Ούτε ξέρω εάν θα μάθουμε πληροφορίες για το παρελθόν του. Και το καταπληκτικό είναι ότι πιστεύω ότι ούτε οι σεναριογράφοι το ξέρουν! Εάν θεωρήσουν ότι κάτι αξίζει να μαθευτεί, θα το αποκαλύψουν.
  9. Τι σου λένε στον δρόμο για τον Παράσχο;
  10. Μια φορά με είχαν μπλοκάρει στο σούπερ μάρκετ δύο κυρίες και με ρωτούσαν επίμονα “τι θα κάνεις;;;” και η κόρη μου τους έλεγε “είναι ο μπαμπάς μου και θα κάνει ό,τι θέλει”! Μια άλλη φορά με είχε σταματήσει ένα παιδί 18 χρονών και μου έλεγε “δεν ντρέπεστε κύριε Παράσχο;”. Και στο φανάρι με έχουν σταματήσει και με κοιτούσαν αγριεμένα. Άρχισε να γίνεται μια καθημερινότητα που μου άρεσε! Εν τω μεταξύ, έβλεπα σε κάποιους το βλέμμα του φόβου σαν να σκέφτονται “τώρα εγώ να το πω αυτό; Κι αν αυτός είναι έτσι στα αλήθεια;”.
  11. Παράλληλα, σε βλέπουμε στη θεατρική παράσταση «Το Βρακί». Τι σε γοήτευσε σ’ αυτό το έργο του 1911;
  12. Η συγκεκριμένη παράσταση είναι ένα κείμενο του Γερμανού Καρλ Στέρνχαϊμ. Αυτό το έργο μου το πρότεινε η Μαριλίτα Λαμπροπούλου, με την οποία γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Το Βρακί είναι μια ιστορία που χρονικά βρίσκεται στις απαρχές του φασισμού, αλλά όλα αυτά που λέγονται ουσιαστικά δρομολογούν αυτό που είδαμε να ξεδιπλώνεται μερικά χρόνια αργότερα. Η ιστορία είναι η εξής: Ένα ζευγάρι έχει πάει σε μια παρέλαση όπου περνάει ο βασιλιάς και της γυναίκας της πέφτει το βρακί. Τα μάτια κάποιων ανθρώπων πέφτουν πάνω σ’ αυτό. Με αυτή την αφορμή, βλέπουμε ένα περιβάλλον της κοινωνίας του 1910 εκεί, αλλα ουσιαστικά η κοινωνία του τότε δεν διαφέρει σε τίποτα απ’ το σήμερα, όσον αφορά τον τρόπο που το κάθε πρόσωπο διαχειρίζεται το παρόν του. Με αφορμή αυτό το πεσμένο βρακί, έρχονται στο σπίτι του ζευγαριού δύο εν δυνάμει μνηστήρες. Το έργο είναι κωμωδία αλλά κρύβει κι ένα δραματικό- σκληρό στοιχείο μέσα του: Τα περιορισμένα δεδομένα των προσώπων, κάτι που βλέπουμε και τότε και τώρα. Είναι σαν να έχει γίνει ένας κύκλος που ξαναβρισκόμαστε έναν αιώνα μετά, στην ίδια κατάσταση, με τον συντηρητισμό, τον πουριτανισμό και την ημιμάθεια. Όλοι οι συντελεστές είναι εξαιρετικοί και μπορεί πολλούς απ’ αυτούς τους νέους ανθρώπους να μην τους ήξερα, αλλά είναι μεγάλη μου χαρά να συνεργάζομαι μαζί τους.
  13. Η επαρχία ή η πρωτεύουσα είναι τελικά πιο σκληρή;
  14. Νομίζω ότι η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή στην πρωτεύουσα. Διότι η Αθήνα είναι ένα “τέρας” σε έκταση, αλλά όπου κι αν περπατήσεις στην πόλη θα δεις κάποιον άστεγο στον δρόμο, θα δεις κάποιον να ψάχνει στα σκουπίδια. Αυτό είναι δεδομένο. Αυτή η δυνατότητα της ανωνυμίας έχει την ικανότητα να αφαιρέσει στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου κι αυτό κάνει πολύ σκληρή την πραγματικότητα. Στην επαρχία, είσαι ο Ηρακλής ο Σκυλογιάννης. Στην Αθήνα είσαι μια μονάδα ανώνυμη. Η διαφορά είναι η εξής: Όσα πάθει ο Ηρακλής στη Λαμία έχουν ένα βάρος. Τα ίδια πράγματα στην Αθήνα έχουν ανύπαρκτο βάρος. Κι αυτό είναι πολύ βαρύ για έναν άνθρωπο, το να μην έχει ονοματεπώνυμο. Το ότι στο Έρωτας Μετά ακούμε συνέχεια τον Βασίλη Παράσχο σαν Παράσχο και μόνο στο τέλος ακούμε κάποιον να τον φωνάζει Βασίλη, είναι μεγάλο προνόμιο. Τον Ηρακλή, μόνο η μάνα του τον λέει Ηρακλή. Γιατί υπάρχει ως κάτι. Στην πρωτεύουσα απλά δεν υπάρχεις. Γι’ αυτό είναι εφιαλτικό και πολύ πιο δύσκολο. Στην πόλη είσαι σχεδόν σαν το νούμερο που σε στάμπαραν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι αυτό που είχε πει ο Στάλιν: Ένας θάνατος είναι τραγωδία. Ένα εκατομμύριο θάνατο είναι ένα στατιστικό. Ο θάνατος στη Λαμία είναι κάτι, ο θάνατος στην Αθήνα είναι ένα στατιστικό. Γιατί στην επαρχία η ζωή καθενός εξαρτάται απ’ τη ζωή του άλλου. Στην πρωτεύουσα θα πέσεις και δεν θα έρθει κανένα χέρι να σε βοηθήσει να σηκωθείς.
  15. Ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σου πλάνα;
  16. Την Άνοιξη θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες η νέα ταινία της Αγγελικής Αντωνίου με τίτλο “Για να δει τη θάλασσα”, που είναι μια διασκευή του μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου, όπου παίζω μαζί με την Αγγελική Παπούλια. Είναι μια σπουδαία ιστορία! Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάτι άλλο στο πλάνο! Έτσι κι αλλιώς, σε εμένα ποτέ δεν συνέβαιναν τα πράγματα με προγραμματισμό!

Info για την Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Πρεμιέρα: 5 Μαρτίου στον κινηματογράφο Άστυ

Παίζουν: Βασίλης Μπισμπίκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τσορτέκης, Στάθης Σταμουλακάτος, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Λένα Κιτσοπούλου.

Οι κυρίες Βασιλική Καλλιμάνη και Σοφία Κουνιά, οι οποίες κάνουν το εκρηκτικό ντεμπούτο τους στον κινηματογράφο, εμφανίζονται ως μαμάδες των Γιάννη Τσορτέκη και Βασίλη Μπισμπίκη.

Info για την παράσταση Το Βρακί

Πού και πότε;

Κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:00 στο Skrow Theater (Αρχελάου 5, Παγκράτι, T: 210 7235 842).

Συντελεστές:

  • Συγγραφέας: Καρλ Στέρνχαϊμ
  • Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
  • Σκηνοθεσία: Μαριλίτα Λαμπροπούλου
  • Δραματουργία: Γιάννης Νταλιάνης
  • Σκηνικά: Θάλεια Μέλισσα
  • Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
  • Σχεδιασμός Φωτισμών: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
  • Επιμέλεια Κίνησης: Ιωάννα Αποστόλου
  • Μουσική: Κώστας Λώλος
  • Παραγωγή: Zero Gravity
  • Βοηθός Σκηνοθέτη: Χριστίνα Ματθαίου
  • Ηθοποιοί: Γιάννης Τσορτέκης, Ελίζα Σκολίδη, Στέλιος Παυλόπουλος, Ελπίδα Τοπάλογλου, Κωνσταντίνος Ζωγράφος

Copyright © iPop 2012 - 2017 | All rights reserved