Μόλις τελείωσα τη συνέντευξη Τύπου του «Άλμα ζωής Θεσσαλονίκης» για το #sail for pink (αλλά αυτά θα τα διαβάσετε αύριο σε άλλο άρθρο), ετοίμασα καφέ και κάνοντας ένα διάλειμμα πριν ξεκινήσω για το ipop.gr, άνοιξα να δω τι παίζει στο internet. Το μάτι μου έπεσε σε μια δήλωση ενός ανθρώπου που άρχισα να εκτιμώ ιδιαιτέρως από την ημέρα που μπήκε φυλακή! Ακούγεται κάπως αυτό ε; Και για μένα που το γράφω, επίσης!

Κι όμως.

Δήλωνε, λοιπόν, σ’ αυτήν την συνέντευξη που ζήλεψα με όλη την ψυχή μου από τις πρώτες λέξεις που διάβασα, πως «έμπαινε στην κλούβα για να πάει στο δικαστήριο, σαν να πήγαινε για γύρισμα στην Τσινετσιτά».

Είναι σκληρό πράγμα η φυλακή! Πόσο μάλλον για έναν άνθρωπο που στη ζωή του χόρτασε λάμψη, χειροκρότημα, θαυμασμό και δημιουργικότητα. Θα πίστευε κανείς πως η φυλακή θα τον πέθαινε. Θα τον στέγνωνε ψυχικά και θα τον γέμιζε αρνητικά συναισθήματα, μίσος για τον υπόλοιπο κόσμο.

Όχι, δεν μπήκε μέσα γιατί έβλαψε ανθρώπινη ζωή. Μπήκε για οικονομικά εγκλήματα, σε μια εποχή που μόλις είχε αρχίσει να αναδύεται η μπόχα των οικονομικών σκανδάλων, να μετατρέπεται σε «μαύρο πρόβατο» ο Τσοχατζόπουλος και σε ανθρωποφαγική μια κοινωνία που μέρα με τη μέρα έβλεπε το πορτοφόλι να αδειάζει, την πείνα να μπαίνει από το παράθυρο και τον συνάνθρωπο σαν σάκο του μποξ. Δυστυχώς αν δεν προσέξουμε θα ξαναμπούμε σύντομα, στο ίδιο ακριβώς mood αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Ο Λάκης Γαβαλάς, λοιπόν, γιατί αυτός είναι ο άνθρωπος που δίνει την συνέντευξη, ανοίγει την ψυχή του και αποδεικνύει ότι η ανθρωπιά είναι επιλογή. Σωτήρια επιλογή πρωτίστως γι’ αυτόν που την επιλέγει.

Δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Ίσως στα δεκάδες χρόνια που κάθισα σε τηλεοπτικούς καναπέδες να πέρασε από καμιά εκπομπή και μάλιστα τώρα που το γράφω, θυμάμαι πως πρέπει να συνέβη την εποχή που μαζί με τη Ρίκα κάναμε το πρωινό στην ΕΡΤ. Δεν θυμάμαι όμως. Κι αν συνέβη, τότε τον προσπέρασα, έχοντας μια έμφυτη απέχθεια σε οτιδήποτε trendy, λουσάτο και φτιαχτό. Φαντάζομαι ότι για τους ίδιους λόγους αλλά από την άλλη πλευρά, δεν θα με θυμάται ούτε ο ίδιος αν είχε τύχει να συναντηθούμε. Ο κόσμος του ήταν η μόδα, ο δικός μου ένα τζιν με ένα μακό και παραμένει έτσι. Αγόρασα όμως κάποτε ένα ζευγάρι σανδάλια .LAK τα οποία φοράω ακόμα!

Όταν είχε μπει φυλακή λυπήθηκα. Είχε πει τότε ότι δεν ήξερε από οικονομικά, τον έκλεψαν δεν έκλεψε, αυτός δημιουργός είναι και τον πίστεψα. Λυπήθηκα. Όμως όπως λυπάσαι για κάποιον που δεν ξέρεις και δεν σε αγγίζει τόσο η λύπη αυτή, ώστε να ψάξεις παραπάνω, να βρεις αν είναι άδικο, να συμπαρασταθείς, να βοηθήσεις. Και τώρα λυπάμαι λίγο παραπάνω που δεν το έκανα, πόσο μάλλον που είχα τηλεοπτικό βήμα.

Σήμερα, λοιπόν, ξεκίνησα να διαβάζω γιατί με κέντρισε η οπτική του στα χρόνια του Κορυδαλλού. Με αγγίζει η φυλακή.

Μίλησε για την οικογένειά του, την αγάπη των γονιών του και το πως πέθανε η μάνα του. Μου ανέβηκε ένας κόμπος στο λαιμό από κείνες τις πρώτες γραμμές που διάβασα.

Μίλησε για τις ανησυχίες που τον έβγαλαν στο χορό και την πρώτη φορά που κάποιος από το κοινό του, του κραύγασε: «αδερφάρα».

Είπε γι’ αυτό: «Το γεγονός ότι έδωσα σε κάποιον το ερέθισμα για να μου φωνάξει, το έχω αποτυπώσει, όχι ως κάτι κακό. Αλλά ως κάτι που απλώς υπάρχει στην κοινωνία. Αρκεί να είναι η κραυγή στον σωστό τόνο»

Και ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο, ο κόμπος στο λαιμό μου έγινε δάκρυ. Γιατί θυμήθηκα άλλους φίλους, που έζησαν ή ζούνε καταπιεσμένες ζωές προσποιούμενοι ότι είναι κάτι άλλο από τον εαυτό τους, εξαιτίας του φόβου αυτής της κοινωνικής κραυγής, που δυστυχώς ακόμα δεν είναι στον σωστό τόνο.

Μίλησε για τους ανθρώπους που τον έκλεψαν και τον οδήγησαν στη φυλακή. Του στέρησαν την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, τα πάντα όσα είχε χτίσει. Και το δάκρυ έγινε βουβός λυγμός.

Είπε: «Μια κυρία που δούλευε για μένα και έκλεβε την εταιρία για να φτιάξει πισίνα στο σπίτι της, αθωώθηκε από τον εισαγγελέα. Του είπε ότι της επέβαλα εγώ να φτιάξει την πισίνα, για να κάνει ιαματικά μπάνια, επειδή την ήθελα πάντα δίπλα μου. Το οποίο βέβαια ήταν τεράστιο ψέμα. Και αναρωτιέμαι… Ο εισαγγελέας δε σκέφτηκε ότι, η συγκεκριμένη κυρία, ως οικονομική διευθύντρια, θα έπρεπε να ξέρει ότι δεν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει χρήματα της εταιρίας για έναν τέτοιο λόγο;»

Μοιραία σκέφτηκα όλες τις φορές που στη στραβή ενστικτωδώς, η πρώτη μου σκέψη είναι να αναζητήσω τον φταίχτη για να του φορτώσω την ευθύνη, μέχρι να κοιταχτώ στον καθρέφτη, να συνειδητοποιήσω ότι εγώ είμαι ο φταίχτης, να το αποδεχτώ, να προσπαθήσω να το διορθώσω και στο τέλος να με συγχωρήσω. Μια διαδικασία που μου πήρε μια ζωή για να καταφέρω να την ακολουθώ. Και χωρίς φυλακή στη μέση!

Η καταδίκη λέει, δεν τον πτόησε. Την είδε «σαν ένα σενάριο μέσα στης ζωής το ιστορικό»

Λέει πολλά και τα λέει μεσα από την ψυχή του. Σε μια συνέντευξη που πραγματικά ζή λε ψα! Και σας προτείνω να την διαβάσετε πολλές φορές. Να την αποθηκεύσετε και να την ξαναδιαβάσετε στα δύσκολα. Όχι γιατί ο Γαβαλάς είναι φιλόσοφος και δάσκαλος. Όχι!

Σας την προτείνω γιατί είναι ένας από εμάς. Που πέρασε πολύ δύσκολα. Και κατάφερε να παίξει την ζωή στα ίσα. Να την κάνει να μην τον τρομάζει. Αυτή να τον χαστουκίζει μέχρι να γονατίσει και αυτός -φυσικά- να πέφτει, αλλά να παίρνει βαθιά ανάσα και να σηκώνεται α γ α π ώ ν τ α ς την!

Τον διαβάζεις και ξεχειλίζει ζωή και ενέργεια ο άνθρωπος.

Μιλά για την αγάπη. Για την ευθύνη της. Με απόλυτη γνώση του είναι του. «Μέσα στην ευτέλεια που ζούμε στο τηλεοπτικό πεδίο και το λέω πολύ ταπεινά, είναι κρίμα να μην έχω παρουσία, γιατί θα μπορούσα πραγματικά κάτι να προσφέρω» λέει. Και το πιστεύω. Λείπουν οι άνθρωποι που έχουν λόγο ουσιαστικό, βιωματικό, ανοιχτό μυαλό και αγάπη για τη ζωή. Γεμίσαμε διεκπεραιωτές και stars της πούλιας.

Ο Γαβαλάς είναι σήμερα 68 ετών. Και ξεκινάει καινούρια προσπάθεια να στήσει μια επιχείρηση. Δεν γνωρίζω αν η ανάγκη τον οδηγεί σ’ αυτή την ενέργεια. Κατά βάθος θέλω να πιστεύω πως είναι η αστείρευτη όρεξη για ζωή, που τον οδηγεί.

Δεν ξέρω επίσης αν ήταν πάντα τόσο φωτεινή η σκέψη και η ενέργειά του ή χρειάστηκε να πάθει για να μάθει. Που κι αυτό μια χαρα είναι. Πόσοι από εμάς μάθαμε μεσα από τα παθήματά μας. Οι περισσότεροι στραβοί μπαίνουμε, τέρμα στραβωμένοι βγαίνουμε.

Αυτό που ξέρω όμως, είναι πως είχα πολύ, μα πάρα πολύ καιρό να διαβάσω κάτι τόσο ουσιαστικό και εμπνευστικό παράλληλα.

Μπράβο στον δημοσιογράφο Αριστοτέλη Σπηλιωτόπουλο που πήρε την συνέντευξη. Δεν έκανε αγιογραφία. Quotes παρέθεσε. Τον λόγο του Γαβαλά συνέθεσε σε κείμενο. Αλλά του έκανε τις σωστές ερωτήσεις για να του ανοιχτεί ο συνεντευξιαζόμενος. Μπράβο και στο Bovary που είχε την ιδέα και δημοσίευσε το κείμενο.

Όσο για τον Γαβαλά!

Δεν ξέρω! Μπορεί να μιλάει η ηλικία που σε κάνει να φιλοσοφείς τα πράγματα, να ηρεμείς και να «αγιάζεις» εκ των υστέρων. Μπορεί να είναι έτσι από πάντα…

Όμως, μακάρι να είχα ένα τηλεοπτικό κανάλι ρε Λάκη (και συγχώρεσέ μου την οικειότητα) και θα σου έδινα 3 ωρίτσες να κάνεις αυτό που ονειρεύεσαι μπας και επηρεάσεις θετικά κάναν άνθρωπο εκεί έξω, από αυτούς που ζουν σ ένα κορμί με την ψυχή κρυμμένη, μ΄ ένα αγέλαστο πρόσωπο και τρομοκρατημένοι απέναντι σε μια κοινωνία απαίδευτη να τους αγκαλιάσει ή απλώς να τους αποδεχτεί. Και επειδή αυτό είναι απλώς όνειρο… δώσε ρε Λάκη ότι μπορείς μέσα από τα social media και εμείς θα σε ακολουθήσουμε! Αμέσως.

3 ωρίτσες σε σένα και άλλες τόσες στον Γιώργο Καπουτζίδη. Να τα λέτε να αγιάζει το στόμα σας, να ξεστραβωνόμαστε και εμείς που είμαστε αρχηγόπουλα και το κέντρο του κόσμου, όπως νομίζουμε… τρομάρα μας!