Με αφορμή τις εξελίξεις της επικαιρότητας, την υπόθεση βιασμού της 12χρονης στον Κολωνό αλλά και εκατοντάδες άλλα παιδιά τα οποία κακοποιούνται σωματικά, λεκτικά ή σεξουαλικά, τα φώτα της δημοσιότητας είδε μία νέα έρευνα η οποία αποκαλύπτει πως αυτή τη στιγμή που μιλάμε, τουλάχιστον, 1.500 παιδόφιλοι υπάρχουν στην Ελλάδα, σύμφωνα με εκτιμήσεις αξιωματούχων που επικαλείται η εφημερίδα «Το Βήμα».

Τα νέα στοιχεία σοκάρουν! Κάθε χρόνο στη χώρα μας καταγράφονται περίπου 300 υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης και πορνογραφίας ανηλίκων. Τον τελευταίο χρόνο τα ανήλικα θύματα τέτοιου είδους αποτρόπαιων εγκληματικών ενεργειών έφτασαν τα 390.

Σε έναν χρόνο, η Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων της Ασφάλειας Αττικής ερευνά 50-70 υποθέσεις αποπλάνησης και περίπου 15 υποθέσεις βιασμών, αναφέρει το δημοσίευμα. Τα τελευταία χρόνια, ετησίως συλλαμβάνονται 30-40 άτομα για παιδική πορνογραφία, από τους οποίους 4-5 είναι υπότροποι. 

Στην Ελλάδα 1 στα 6 παιδιά θα δεχθεί κάποια μορφή σεξουαλικής βίας στη ζωή του, 1 στα 13 παιδιά θα έχει και σωματική επαφή με τους δράστες και 1 στα 30 θα έχει μια εμπειρία βιασμού ή απόπειρας βιασμού. Επιπλέον, στο Διαδίκτυο το 41% των παιδιών φέρεται να έχει δεχτεί αίτημα φιλίας από άγνωστο και το 21% των παιδιών να έχει συναντηθεί με κάποιον από αυτές τις διαδικτυακές συνομιλίες.

Η αθέατη πλευρά της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης

Όπως αναφέρει και το «Βήμα», οι παιδόφιλοι, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., είναι συνήθως άνδρες «κατά 90%, άνω των 30 ετών. Ανήκουν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και συχνά επιλέγουν επαγγέλματα που τους επιτρέπουν την καθημερινή επαφή με τα παιδιά (δάσκαλοι, γυμναστές, επιστάτες)». Τα τελευταία χρόνια έχουν αποκαλυφθεί τουλάχιστον 10 υποθέσεις με δράστες από αυτούς τους επαγγελματικούς χώρους. 

Τις περισσότερες φορές οι παιδόφιλοι διαπιστώνεται ότι έχουν δικά τους παιδιά και πολλοί εξ αυτών είναι φίλοι, συγγενείς ή γνωστοί του ανήλικου θύματός τους. Το 27% των παιδόφιλων εντοπίζονται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος (γονέας 19%, πατριός 30%, θείος 18%, ή παππούς 5% και άλλος κοντινός συγγενής). 

Οι χρήστες παιδικής πορνογραφίας έχουν κατά κανόνα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ικανοποιητικό ή μεγάλο δείκτη νοημοσύνης και καλή κοινωνική και επαγγελματική θέση, σύμφωνα με το δημοσίευμα και η μέση ηλικία είναι τα 35 έτη. Κατά πλειονότητα είναι ελεύθεροι ή χωρισμένοι και το 25% έχουν δικά τους παιδιά. 

Σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων: Με ποιον τρόπο μπορούν να προστατευτούν τα παιδιά στην Ελλάδα; – Τι είναι ο «Κανόνας των Εσωρούχων»;

Η πανδημία και η κατακόρυφη αύξηση της παιδικής κακοποίησης

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αντί να εξελίξουμε και να βελτιώσουμε τις σχέσεις μεταξύ μας, προσπαθώντας να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, έρευνες δείχνουν ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα, η σωματική και σεξουαλική κακοποίηση παιδιών αυξήθηκε κατακόρυφα, με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν διπλάσια από το 2020 μέχρι το 2022.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, στο διάστημα 2004-2008 εξετάστηκαν 56 περιστατικά που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση και 20 που αφορούσαν σωματική κακοποίηση, ενώ από το 2020 μέχρι σήμερα εξετάστηκαν 72 παιδιά με δεδομένες σωματικές βλάβες και 60 ανήλικα αγόρια και 88 ανήλικα κορίτσια για σεξουαλική κακοποίηση. Από τους αριθμούς των εξεταζόμενων παιδιών προέκυψε θετικό αποτέλεσμα για σεξουαλική κακοποίηση στο 60%, ενώ στο 40% το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό.

Τα παιδιά που κινδυνεύουν περισσότερο να υποστούν κάποια μορφή κακοποίησης είναι αυτά με ειδικές ανάγκες, διανοητική αναπηρία, νευρολογική διαταραχή, χρόνια νοσήματα και αναγνώριση ομοφυλοφιλίας. Επίσης τα παιδιά που ζουν με γονείς ή φροντιστές που κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών, έχουν ψυχική ή νευρολογική διαταραχή ή εμπλέκονται σε εγκληματικές δραστηριότητες.

«Κατά τη διάρκεια της πανδημίας εκτινάχτηκαν τα περιστατικά σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Το πρόβλημα είναι πολύ πιο εκτεταμένο απ′ αυτό που φτάνει και καταγράφεται στις υπηρεσίες, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι υπηρεσίες δεν είναι αποκεντρωμένες, δεν υπάρχει η κατάλληλη εκπαίδευση των παιδιάτρων ώστε να αναγνωρίζουν το πρόβλημα και δεν υπάρχει κατάλληλος χώρος, όπου μπορούν να διενεργηθούν όλα όσα απαιτούνται για πλήρη έλεγχο που δεν υποβάλλει το παιδί σε ταλαιπωρία», αναφέρει η προϊσταμένη της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ιατροδικαστής Ελένη Ζαγγελίδου.

Σύμφωνα με την ίδια, η σεξουαλική κακοποίηση στα κορίτσια ήταν σχεδόν διπλάσια από το 2020 μέχρι το 2022. Η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης καλύπτει πληθυσμό περίπου 1.200.000 πολιτών και εξετάζει παιδιά ύστερα από εντολή προανακριτικών και ανακριτικών αρχών.

Τα θύματα παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης βιώνουν χρόνια συμπτώματα μετατραυματικού στρες

Ο νευροψυχολόγος Παίδων, Σήφης Κουράκης, μίλησε για τα ψυχικά τραύματα που αφήνουν στα παιδιά τέτοιες κακοποιητικές συμπεριφορές σε μία συνέντευξή του στην ΕΡΤ. Συγκεκριμένα εξήγησε:

«Όταν έχουμε σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία και όταν αυτό είναι επαναλαμβανόμενη πράξη και μάλιστα από ενήλικα ή ενήλικες, το πρώτο που προκαλεί είναι ισχυρή και οξεία διαταραχή μετατραυματικού στρες».

Επιπλέον, τόνισε πως κατά τη διάρκεια των «επανειλημμένων κακοποιήσεων» το παιδί αποκτά φοβίες και προκαλείται το «συναισθήματα εισβολής και αναβίωσης. Αναβιώνει συνεχώς (σ.σ. τα όσα έζησε) και κατά την περίοδο (σ.σ. που υφίσταται την κακοποίηση) και χρόνια μετά».

Ξεκαθάρισε πως όταν μιλάμε για παιδιά, δεν τίθεται ζήτημα «συναίνεσης». «Πρόκειται για έγκλημα, σοβαρότατη ανηθικότητα» είπε.

Επιπλέον, συμπλήρωσε ότι «σε άλλα ήδη σωματικής κακοποίησης, όχι σεξουαλικής, τα ποσοστά αναβίωσης και ποσοστά άγχους, στρες και κρίσεων πανικού που εμφανίζει το θύμα-παιδί κυμαίνονται μεταξύ 13-21%. Όταν η κακοποίηση είναι συνεχόμενη και σεξουαλική, δηλαδή βιασμός, τα ποσοστά ανέρχονται έως και στο 50%. Αφορούν κυρίως τα κορίτσια, που είναι και πιο ευάλωτα για να εμφανίσουν και χρόνια κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό».

«Θα περάσουν πολύ σκληρή εφηβεία» είπε και έκρινε πως είναι «μονόδρομος γι΄ αυτά τα παιδιά το μετατραυματικό στρες». 

Πώς αναγνωρίζεται η κακοποίηση;

«Η λήψη ενός καλού ιστορικού είναι ζωτικής σημασίας, καθώς είναι ενδεικτικό κακοποίησης, όταν το παιδί δεν εξηγεί τις κακώσεις. Η διάγνωση της κακοποίησης είναι βέβαιη, όταν υπάρχουν τραυματισμοί, με πολλαπλές εντοπίσεις σε διάφορα στάδια επούλωσης ή όταν υπάρχουν ύποπτα σημάδια. Οι πιο συνηθισμένες κακώσεις αφορούν μώλωπες, δήγματα, εγκαύματα, κατάγματα, κοιλιακό τραύμα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση», εξηγεί ο παιδοχειρουργός Βασίλειος Λαμπρόπουλος.

Παράλληλα αναφέρει ότι «είναι απαραίτητη η λήψη έγχρωμων ψηφιακών φωτογραφιών από διαφορετικές γωνίες πριν από τη θεραπεία με ή χωρίς συναίνεση. Απαραίτητη είναι και η καταγραφή του ονόματος του ασθενή, της κάκωσης, του ονόματος του φωτογράφου και των άλλων παρόντων ατόμων στο πίσω μέρος των φωτογραφιών και η τοποθέτηση του φωτογραφικού υλικού σε σφραγισμένο φάκελο, που συνοδεύει το ιστορικό του ασθενή. Ο ασθενής πρέπει να υποβάλλεται σε διαγνωστικές εξετάσεις για να αποκλειστούν άλλα ιατρικά ή οργανικά αίτια, ενώ γίνεται πλήρης ακτινολογικός έλεγχος. Όταν διαπιστώνεται κακοποίηση γίνεται άμεσα αναφορά στις αρχές».

Από την πλευρά της, η παιδίατρος – νεφρολόγος Στέλλα Σταμπουλή εξηγεί ότι «παιδιά σε κίνδυνο για κάθε μορφή κακοποίησης είναι τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, με διανοητική αναπηρία, νευρολογική διαταραχή, χρόνια νοσήματα και αναγνώριση ομοφυλοφιλίας. Επίσης, αυτά που ζουν με γονείς ή φροντιστές που κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών, έχουν ψυχική ή νευρολογική διαταραχή ή εμπλέκονται σε εγκληματικές δραστηριότητες. Οι οικονομικές δυσκολίες, η ακραία φτώχεια, οι οικογενειακές κρίσεις, η βία μεταξύ μελών της οικογένειας και η κοινωνική απομόνωση συνθέτουν ένα περιβάλλον που ευνοεί την κακοποίηση των παιδιών».

Βιασμός ανηλίκων: Η σκιαγράφηση του προφίλ των παιδεραστών και οι νέες εξελίξεις απ’ τις υποθέσεις του Κολωνού και της Νίκαιας

Σύμφωνα με την ίδια, «θα αναζητήσουμε κάθε είδους παραμέληση, εγκατάλειψη -φυσική, ιατρική, συναισθηματική ή εκπαιδευτική- σε παιδιά με χαμηλό βάρος ή παχυσαρκία, κακή υγιεινή, ακατάλληλα για την εποχή ή παλιά ρούχα. Επιπλέον σε παιδιά που ζητιανεύουν ή κλέβουν τροφή ή χρήματα, κρύβουν φαγητό για αργότερα, έχουν φτωχό ιστορικό σχολικής φοίτησης, έλλειψη κατάλληλης ιατρικής ή οδοντιατρικής φροντίδας, απουσία εμβολιασμών και μένουν χωρίς επίβλεψη στο σπίτι για μεγάλα χρονικά διαστήματα».

Όπως επισημαίνει η κ. Σταμπουλή, «η παιδική κακοποίηση έχει ως συνέπεια μειωμένη διά βίου σωματική και ψυχική υγεία με κοινωνικές και επαγγελματικές προεκτάσεις. Ένα παιδί που κακοποιείται είναι πιο πιθανό να κακοποιεί άλλους ως ενήλικας, με αποτέλεσμα η βία να μεταβιβάζεται από τη μια γενιά στην άλλη».

Καθοριστικός θεωρείται και ο ρόλος του εκπαιδευτικού στην αναγνώριση της παιδικής κακοποίησης. «Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να παρατηρήσουν τις ενδείξεις κακοποίησης ή παραμέλησης. Τα σημάδια στο σώμα, η φοβισμένη συμπεριφορά, η παραβατική συμπεριφορά, η καθυστερημένη αποχώρηση από το σχολείο ή η προσέλευση πολύ νωρίτερα, οι μαθησιακές δυσκολίες που δεν σχετίζονται με παθολογικά και ψυχολογικά αίτια, ο μεγάλος αριθμός απουσιών, η ξαφνική πτώση της σχολικής επίδοσης, η κόπωση, το χαμηλό σωματικό βάρος, η κακή σωματική υγιεινή είναι ενδείξεις ότι ένας μαθητής είναι θύμα κακοποίησης ή παραμέλησης», τονίζει ο προϊστάμενος του 1ου Κέντρου Διάγνωσης Αξιολόγησης και Υποστήριξης Β′ Θεσσαλονίκης, Νίκος Απτεσλής.

Παράλληλα σημειώνει ότι ο εκπαιδευτικός που αντιλαμβάνεται ή πληροφορείται ότι έχει διαπραχθεί κακοποίηση σε βάρος ανηλίκου, το ανακοινώνει στον διευθυντή της σχολικής μονάδας και εκείνος το καταγγέλλει αμέσως στον εισαγγελέα ή την αστυνομία.

Διάβασε πρώτος όλα τα θέματα του iPop.gr στο Google News