Πώς να πεις σε κάποιον να πάει σε ψυχολόγο; Πολλοί βλέπουμε δικούς μας ανθρώπους να έχουν αλλάξει, να έχουν κλειστεί περισσότερο στον εαυτό τους ή να εκφράζουν αυξημένες φοβίες αδυνατώντας να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και στην νέα πραγματικότητα, την COVID-19  πραγματικότητα.

Επίσης, πολλοί από εμάς έχουμε βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να συνειδητοποιούμε πως ένα αγαπημένο μας πρόσωπο εμφανίζει ψυχικά συμπτώματα –συνήθως κατάθλιψη ή σοβαρές αγχώδεις διαταραχές– και πρέπει να ζητήσει «επαγγελματική βοήθεια», όμως το ίδιο δεν το έχει αντιληφθεί. Το αμέσως αναδυόμενο ερώτημα είναι «πως να του μεταφέρω την ανάγκη να επισκεφτεί έναν ειδικό»; Απάντηση απλή που να λειτουργεί ως μαγική συνταγή δυστυχώς δεν υπάρχει. 

Γιατί το αγαπημένο σας άτομο αρνείται να πάει στον ψυχολόγο;

Το κάθε άτομο που αρνείται να ζητήσει επαγγελματική βοήθεια ενώ υποφέρει δεν το κάνει επειδή έχει πείσμα ή επειδή δεν θέλει να δεχτεί τη βοήθειά σας. Οι λόγοι συνήθως είναι σύνθετοι, πολυδιάστατοι. 

Η ντροπή της παραδοχής της υπάρχουσας ανάγκης για βοήθεια δεν είναι ασυνήθιστη. Η κοινωνία μας έχει μάθει ότι πρέπει να είμαστε δυνατοί για να επιβιώσουμε, αλλά ξέχασε να διευκρινίσει τι ακριβώς σημαίνει το να είμαι «δυνατός». Το να παραδεχτεί κάποιος ότι νοιώθει τόσο άσχημα ώστε να πρέπει να πάει για αυτό στο γιατρό μπορεί να εκλαμβάνεται ως σημείο αδυναμίας και «παραδοχής ήττας».

Το «στίγμα» ενάντια στη ψυχική υγεία. Δεκαετίες χολιγουντιανών ταινιών και παραπληροφόρησης συνέδεσαν την έννοια της ψυχιατρικής επιστήμης με τους τρελούς ψυχίατρους και με τους ψυχασθενείς – καρικατούρες. Για πολλούς η ψυχιατρική είναι ακόμη κάτι που πάντα θα αφορά τους άλλους και ποτέ τους ίδιους (ασχέτως από το αν ένας στους πέντε από μας θα υποφέρουμε σε κάποια στιγμή από κάποια αγχώδη διαταραχή σοβαρής μορφής για παράδειγμα).

Λογικό είναι κάποιος, να φοβάται να δεχτεί ότι χρειάζεται μια επαγγελματική εκτίμηση γιατί πολύ απλά κατά βάθος ξέρει ότι θα ακούσει ότι το πρόβλημα είναι πραγματικό και ότι χρειάζεται αντιμετώπιση. Η αποφυγή του στρεσογόνου παράγοντα που προκαλεί φόβο είναι ένας απόλυτα κατανοητός και συχνός μηχανισμός άμυνας, που στις περισσότερες περιπτώσεις όμως –όπως και σε αυτή- είναι δυσλειτουργικός.

Πολύ συχνά μπορεί να ακούσετε και τις εξής φράσεις:

“Η ψυχή δε νοσεί”

Αυτό δεν είναι τυχαίο και συμβαίνει για συγκεκριμένους λόγους: Πολλές πτυχές της κουλτούρας μας (θρησκευτικές, πολιτισμικές, πολιτικές, οικογενειακές κτλ.) υποστηρίζουν [βασισμένες σε έναν δυϊσμό της ανθρώπινης φύσης σε ψυχή/ σώμα- κάτι που πλέον η επιστήμη απορρίπτει] μια προσέγγιση της ανθρώπινης φύσης που (σε αντίθεση με τη σωματική υπόσταση) θέτει την ψυχική υπόσταση ως κάτι το αλάνθαστο, αλώβητο, δυνατό και τα παθήματα αυτής ως αυτο-ιάσιμα. Ενώ στο σωματικό πρόβλημα αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα του ειδικού επιστήμονα που θα βοηθήσει στην αντιμετώπισή του, στη δυσκολία που έχει ψυχολογική προέλευση επικρατεί συχνά η αντίληψη ότι ένα άτομο μόνο μόνο του θα πρέπει να το αντιμετωπίσει. Η ψυχή παρουσιάζεται συχνά ως άφθαρτη, ο άνθρωπος ως αυθεντικά τέλειος και οι παθήσεις της ψυχικής υπόστασης ως αποτέλεσμα αδυναμίας που πρέπει μόνος του ο άνθρωπος να καταπολεμήσει. Συχνά μάλιστα οι παθήσεις της ψυχής αντιμετωπίζονται ως κάτι που ταυτίζεται με την αμαρτία και την επιρροή από σκοτεινές δυνάμεις.

“Μπορώ και μόνος μου!”

Μια ακόμα άποψη που απαντάται συχνά είναι ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια υπερβολική πολυτέλεια που βασίζεται στην προϋπόθεση ότι, αν αρχίσουμε να “διυλίζουμε τον κώνωπα”, ο άνθρωπος το παραμικρό θα το θεωρεί πρόβλημα, θα μειωθεί η ικανότητά του να αντιμετωπίζει τη ζωή και θα γίνει υπερευαίσθητος, μυγιάγγιχτος. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μηχάνημα και η ζωή είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Η παραδοχή ότι κάποιος δεν μπορεί μόνος του να τα καταφέρει είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό, πολύπλοκο και γενναίο βήμα προς τη θεραπεία. Η ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας και της υπερβολικής ψυχικής ανθεκτικότητας είναι μια αντίσταση απέναντι στην παραδοχή της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Σίγουρα υπάρχουν καταστάσεις που κάποιος μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Υπάρχουν όμως και πολλές καταστάσεις που είναι βασανιστικό και μάταιο να προσπαθήσει κανείς να ξεπεράσει κάτι- και συχνά επικίνδυνο.

“Έχω φίλους και την οικογένειά μου”

Ακόμα όμως και αν κάποιος δεν μπορεί μόνος του να αντιμετωπίσει μια ψυχολογική δυσκολία, επικρατεί συχνά η άποψη ότι μπορεί να τα καταφέρει με τη βοήθεια φίλων και φυσικά της οικογένειας. Πρόκειται για μια άποψη η οποία ακυρώνει την αναγκαιότητα του ειδικού της ψυχικής υγείας, προβάλλοντας μια σθεναρή αντίσταση και μια λανθασμένη πεποίθηση ότι οι κοντινοί μας άνθρωποι θα μπορέσουν να δώσουν αποτελεσματική υποστήριξη στα προβλήματα αυτά. Τι γίνεται όμως όταν οι ίδιοι οι κοντινοί μας άνθρωποι είναι εκείνοι που συνεισέφεραν στο πρόβλημα ή το προκάλεσαν; Τι γίνεται όταν αντιμετωπίζουμε καταστάσεις για τις οποίες οι κοντινοί μας δεν κατέχουν τις απαραίτητες γνώσεις; Είναι το ίδιο να κάνω μια συνεδρία με το να μιλήσω με έναν φίλο μου; Πώς είμαι σίγουρος ότι ο δικός μου άνθρωπος δε θα το πει πουθενά;

πώς να πεις σε κάποιον να πάει σε ψυχολόγο
Pexels

Μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία δεν είναι ταυτόσημη με μια φιλική κουβέντα. Ο ψυχοθεραπευτής περισσότερο ακούει, δεν καθοδηγεί, δεν επιβάλλει τις απόψεις του. Είναι εκπαιδευμένος να ακούει προσεκτικά, υπομονετικά, με αφοσίωση, να είναι συγκεντρωμένος, να συνδέει με αντικειμενικότητα τα κομμάτια του παζλ ενός προβλήματος. Γνωρίζει το πώς λειτουργεί η ανθρώπινη συμπεριφορά (από τα σύνθετα νευροψυχολογικά ζητήματα μέχρι την φύση των πολύπλοκων συναισθηματικών καταστάσεων). Μπορεί να αναπτύξει μια επαγγελματική σχέση, τη θεραπευτική σχέση, η οποία θα χρησιμέψει ως μια πολύτιμη βάση για τη θεραπεία. Τέλος, η σχέση αυτή διέπεται από αυστηρούς δεοντολογικούς κανόνες που θέτουν τον ψυχοθεραπευόμενο ως προστατευμένο μέσω εμπιστευτικότητας, άνευ όρων αποδοχής, εχεμύθειας κτλ.

Η παραδοχή ότι μπορεί τελικά οι δικοί μας αγαπημένοι άνθρωποι δεν είναι επαρκείς για να μας βοηθήσουν σε κάτι μερικούς ανθρώπους τους κοστίζει πολύ συναισθηματικά. Όπως πονάει ιδιαίτερα και το να συνειδητοποιήσει κανείς ότι οι άλλοι δεν είναι και ιδιαίτερα διατεθειμένοι να ασχοληθούν μαζί του. Αυτά τα συναισθήματα, επειδή εμπεριέχουν την παραδοχή της αδυναμίας και της απόρριψης, είναι δύσκολο για κάποιους να τα επεξεργαστούν και οδηγούνται να απομυθοποιήσουν τους ψυχολόγους και να εξιδανικεύσουν τους δικούς τους ανθρώπους.

Πότε χρειάζεται όντως να επέμβεις; Πώς να πεις σε κάποιον να πάει σε ψυχολόγο;

Τα βασικά σημεία που θα μας επιβεβαιώσουν ότι δεν πρέπει να περιμένουμε είναι:

  • Έντονα δυσφορικά συναισθήματα όπως για παράδειγμα έντονο άγχος, φόβος, βαθιά απογοήτευση και μελαγχολία, εκρήξεις θυμού ή και βίας.
  • Να μην μπορεί να λειτουργήσει στην καθημερινότητά του όπως να αμελεί σοβαρά την εργασία του ή τις σπουδές του, να παραμελεί σοβαρά την προσωπική του υγιεινή, να έχει δυσκολία να βγει από το σπίτι.
  • Να εμφανίζει ανησυχητικά συμπτώματα, όπως ιδέες αυτοκτονίας έμμεσα ή άμεσα, να ακούει φωνές ή να βλέπει εικόνες που δεν υπάρχουν.

Πώς να προσεγγίσετε το πρόβλημα.

Η προσέγγιση ξεκινάει με τη σωστή κατανόηση του λόγου ή των λόγων για τον οποίο κάποιος δεν ζητάει ιατρική βοήθεια. Ο λόγος αυτός είναι το άλφα και το ωμέγα και η βάση στην οποία θα πρέπει να στηριχθεί η βοήθεια που θα προσφέρετε. Αν δεν καταλαβαίνετε το λόγο, συζητήστε το με τον άνθρωπό σας, ρωτήστε, δείξετε ενεργά και με αγάπη το ενδιαφέρον σας.

Διαλέξτε το κατάλληλο μέρος και χρόνο και να είστε ειλικρινής και σαφής. Μην αρχίσετε μια τέτοια συζήτηση σε δημόσιο χώρο ή μπροστά σε άλλους ή σε μια βάση έντασης γιατί τότε ο αγαπημένος σας θα μπει σε θέση άμυνας.

Δηλώσετε από την αρχή τη σοβαρότητα του θέματος με σαφή τρόπο. Το «Πρέπει να μιλήσουμε για κάτι σημαντικό» είναι μια φράση που κανείς δεν θέλει να ακούσει, αλλά θέτει τη συζήτηση από την αρχή της στη βάση της σοβαρότητας που της αρμόζει και προετοιμάζει επαρκώς για το τι θα ακολουθήσει.

Εκφράστε τα θετικά σας συναισθήματα απέναντι του και μην ξεχνάτε πόσο ευάλωτο είναι το άτομο απέναντί σας. Πολλές φορές επίσης είναι εποικοδομητικό να ξεκινήσετε μία τέτοια συζήτηση εντοπίζοντας και τονίζοντας τα θετικά στοιχεία («Ξέρεις ότι σε θαυμάζω για το πόσο έξυπνος / δημιουργικός / αυθόρμητος είσαι») πριν προχωρήσετε στις συμπεριφορές που θεωρείτε προβληματικές.

Χρησιμοποιήστε συγκεκριμένα παραδείγματα ανησυχητικών συμπεριφορών που παρατηρήσατε και περιγράψτε πως εσείς νιώσατε αποφεύγοντας τα επίθετα. Θυμηθείτε ότι δεν είστε μέσα στο μυαλό του άλλου, οπότε δεν μπορείτε να του πείτε τι νοιώθει. Για αυτό το λόγο, χρησιμοποιήστε εκφράσεις που αφορούν εσάς αντί αυτόν: «Ανησυχώ επειδή βλέπω ότι δεν πας στη δουλειά», αντί «ξέρω ότι είσαι αγχωμένος και δεν πας στη δουλειά». «Με προβλημάτισε όταν σε άκουσα να τσακώνεσαι στο τηλέφωνο με το συνάδελφο σου την προηγούμενη Τετάρτη» αντί να πείτε «Είσαι οξύθυμος και τσακώνεσαι συνεχώς με όλους». Δεν είναι λάθος να αναφέρετε πώς συγκεκριμένες συμπεριφορές του επηρέασαν αρνητικά εσάς και με ποιο τρόπο: «Στεναχωρήθηκα πολύ όταν δεν πήγαμε στο δείπνο την Παρασκευή επειδή μου είπες ότι ήσουν κουρασμένος». Με αυτό το τρόπο αποφεύγετε να φέρετε το άτομο σε στάση άμυνας, αλλά ενεργοποιείτε μία διαδικασία παραγωγικού προβληματισμού που ακόμη και να μην φέρει άμεσα τα επιθυμητά αποτελέσματα μπορεί να λειτουργήσει ως σπόρος επίγνωσης και παραδοχής.

Διερευνήστε αν βλέπει ο ίδιος κάποιο πρόβλημα. Επικεντρωθείτε σε αυτό και συζητήστε αν θα σκεφτόταν να ζητήσει βοήθεια απλώς για το συγκεκριμένο θέμα (για παράδειγμα δυσκολίες στον ύπνο, ή απώλεια βάρους). Μην επεκταθείτε σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς προβλημάτων. Μην μπείτε σε αντιμαχία προσπαθώντας να πείσετε ο ένας τον άλλον.

Αν εσείς ή κάποιος κοινός σας γνωστός είχε κάποια στιγμή δεχτεί βοήθεια, χρησιμοποιήστε το σαν παράδειγμα. Πάντα βοηθάει η συνειδητοποίηση πως δεν είμαι ο μόνος που του συνέβη αυτό και άλλοι έχουν βρει λύση στο πρόβλημα.

Αναφερθείτε σε ιατρικά δεδομένα όπως για παράδειγμα ότι η κατάθλιψη είναι βιολογική νόσος και ότι το 15-20% του πληθυσμού κάποια στιγμή το παθαίνει. Αναφερθείτε στα «κυκλώματα του εγκεφάλου» που ελέγχουν το συναίσθημα και δεν λειτουργούν όπως πρέπει όταν κάποιος έχει για παράδειγμα κατάθλιψη. Ενημερώστε ότι όσο περισσότερο καθυστερεί κάποιος να λάβει βοήθεια, τόσο δυσκολότερο είναι να νοιώσει ξανά καλύτερα. Τονίστε τις ομοιότητες με άλλες παθήσεις όπως το διαβήτη, και απομυθοποιήστε έτσι τις ψυχικές νόσους.

Προσφερθείτε να βοηθήσετε πρακτικά. Μην χρησιμοποιείτε γενικούς όρους όπως «να βρούμε επαγγελματική βοήθεια» αλλά συγκεκριμένες πληροφορίες όπως «Νομίζω πρέπει να δεις τον τάδε γιατρό» για να δούμε αν μπορεί να βοηθήσει. Προσφερθείτε να κλείσετε εσείς ραντεβού και να ακολουθήσετε μαζί του στην πρώτη επίσκεψη ή να περιμένετε στην αίθουσα αναμονής αν το επιθυμεί.

πώς να πεις σε κάποιον να πάει σε ψυχολόγο
Pexels

Προετοιμαστείτε ότι μπορεί και να αποτύχετε

Όσο και να προσπαθήσετε, να είστε προετοιμασμένοι ότι η αυθεντική σας ανησυχία και προσπάθεια για βοήθεια μπορεί να μην ευδοκιμήσει. Ο κάθε ενήλικος άνθρωπος είναι απόλυτα υπεύθυνος για τις πράξεις του και τις αποφάσεις του και αυτό πρέπει να είναι σεβαστό. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να δεχτείτε τα πάντα και να σιωπήσετε. Να θυμάστε ότι είστε φίλος ή οικογένεια και όχι πάροχος ψυχιατρικών υπηρεσιών. Ο ρόλος σας είναι να στηρίξετε και να προσφέρετε την αγάπη σας και όχι να προσπαθήσετε να θεραπεύσετε. Παρ’ όλα αυτά, αν νοιώσετε ότι το αγαπημένο σας άτομο κινδυνεύει να αυτοκτονήσει ή να θέσει σε κίνδυνο κάποιον άλλο ή ότι έχει χάσει επαφή με την πραγματικότητα σε τέτοιο ακραίο βαθμό που να είναι δυνητικά επικίνδυνος για τον εαυτό του ή άλλους τριγύρω του τότε θα πρέπει να επικοινωνήσετε με κάποιο τμήμα ψυχιατρικής ή με την αστυνομία αν κρίνετε ότι ο κίνδυνος είναι άμεσος.

Φροντίστε τον εαυτό σας

Να θυμάστε ότι το να αποδεχτεί κάποιος ότι ένα αγαπημένο του πρόσωπο χρειάζεται ψυχιατρική βοήθεια και να προσπαθήσει να βοηθήσει είναι από μόνο του μια σύνθετη, δύσκολη και πολλές φορές επώδυνη ψυχολογική διαδικασία. Κατά τη διαδικασία αυτή δεν πρέπει να αμελήσετε άλλο ένα άτομο που είναι πολύ σημαντικό για εσάς: Τον ίδιο σας τον εαυτό. Γνωρίζουμε ότι τα άτομα που συζούν με άτομα με ψυχιατρικές νόσους είναι επιρρεπή στη κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές. Φροντίστε να έχετε στο πρόγραμμά σας κάποια ώρα καθημερινά μόνο για εσάς και για πράγματα που σας ενδιαφέρουν και σας δίνουν χαρά. Αν χρειαστεί μη διστάσετε να μιλήσετε με κοντινά σας πρόσωπα και να μοιραστείτε τις ανησυχίες σας ή να αναζητήσετε ο ίδιος ή η ίδια επαγγελματική βοήθεια από κάποιον ψυχίατρο ή ψυχολόγο.

Μαρία Γιαννοπούλου

  • Ιδρυτικό Μέλος allaboutparents.gr | Positive Parenting
  • Ψυχολόγος ΑΠΘ, MSc
  • Ειδικευμένη στην Ψυχοθεραπεία Gestalt
  • PgD Παιδοψυχολογία Παιδιού & Εφήβου
  • Τηλ: 6942217440, Ευρυτανίας 13, Αμπελόκηποι
  • email: maria.giannopulu@gmail.com

Ποτέ ένα παιδί χρειάζεται να πάει σε ψυχολόγο;

Διάβασε πρώτος όλα τα θέματα του iPop.gr στο Google News