Η παρενόχληση στον χώρο εργασίας είναι ένα φαινόμενο που καλά κρατεί εδώ και πολλά χρόνια και μπορεί να βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, όμως τα φαινόμενα βίας δεν έχουν εξαλειφθεί, όπως θα έπρεπε να έχει γίνει… Η ψυχολογία της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι ένα κεφάλαιο που δύσκολα ανοίγουμε, ακόμα και στη σημερινή κοινωνία, δύσκολα αναρωτιόμαστε πώς νιώθει ένα θύμα βίας ή πώς χειραγωγεί ο θύτης το θύμα του, παρά μόνο προσπαθούμε να βρούμε λύσεις.

Κι ενώ τα περιστατικά βίας – τόσο ψυχολογικής και λεκτικής όσο και σεξουαλικής και σωματικής – δεν περιορίζονται και η παρενόχληση στον χώρο εργασίας είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που δεν εξαλείφεται, βλέπουμε τον τελευταίο καιρό πως οι καταγγελίες περί βίας ακόμα και στον χώρο του θεάματος και του πολιτισμού πληθαίνουν συνεχώς. Τα θύματα αποφασίζουν να μιλήσουν μετά από χρόνια, και πολλοί αναρωτιούνται γιατί αποφασίζουν να το κάνουν τώρα αντί να αναρωτιούνται πώς νιώθει ένα θύμα βίας. Ποια η ψυχολογία της σεξουαλικής παρενόχλησης στον εργασιακό χώρο που δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε ή ίσως απλά αποφεύγουμε; Αντί να κατακρίνουμε και να είμαστε απλά θεατές, μήπως να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει γύρω από την ψυχολογική και σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας και πώς νιώθει ένα θύμα βίας;

Το iPop.gr μίλησε με τον Ψυχίατρο και Ψυχοθεραπευτή Δημήτρη Παπαδημητριάδη, αναλύοντας την ψυχολογία του θύματος που έχει υποστεί βία ή παρενόχληση στον χώρο εργασίας, τη συμπεριφορά του θύτη και εν γένει το κοινωνικό αυτό πρόβλημα που μαστίζει την κοινωνία.

Πώς μπορεί να πάρει θάρρος ένας άνθρωπος και να καταγγείλει ένα περιστατικό βίας;

Η δημόσια στήριξη των ανθρώπων που έχουν υποστεί παρενόχληση είτε στον εργασιακό είτε και στον προσωπικό χώρο, όπως δείχνει παγκόσμια επιστημονική έρευνα, περιορίζει το φαινόμενο διεθνώς, που σημαίνει ότι μειώνονται τα περιστατικά διότι λειτουργεί αποτρεπτικά και πολύ απλά οι άνθρωποι το σκέφτονται και δεύτερη φορά. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε όλοι είναι να ενδυναμώσουμε τη φωνή αυτών των ανθρώπων, όσοι βρίσκονται σε δύσκολη θέση να βρίσκουν το δίκιο τους, να προστατεύουν τα δικαιώματά τους και να ζητούν αυτά που δικαιούνται. Μπορεί στην εργασία μας να έχουμε υποχρεώσεις, όμως αυτές περιορίζονται πολύ αυστηρά στην περιγραφή της δουλειάς μας και στα καθήκοντά μας. Ό,τι περιορίζει τα δικαιώματά μας και μας κάνει να αισθανόμαστε τεράστια ανασφάλεια για την οικονομική και επαγγελματική μας επιβίωση και εξέλιξη, μας κάνει να νιώθουμε άσχημα να πηγαίνουμε κάθε πρωί στη δουλειά, είναι μια χυδαία συμπεριφορά που πρέπει να σταματήσει.

Γιατί το θύμα νιώθει τόσο φόβο να καταγγείλει κάτι που συνέβη;

Ο φόβος δημιουργείται κυρίως από την ανασφάλεια που έχουν πολύ φυσικά οι άνθρωποι που βρίσκονται σε τέτοιες σχέσεις εργασίας, γιατί ανησυχούν για την οικονομική τους επιβίωση. Στη δουλειά δεν πηγαίνουμε μόνο επειδή την απολαμβάνουμε, αλλά και γιατί πρέπει να επιβιώσουμε και ελπίζουμε ότι το περιβάλλον που θα συναντήσουμε εκεί θα είναι ευχάριστο και δημιουργικό. Βλέπουμε, όμως, πως σε όλα τα αντικείμενα – κι όχι μόνο στον πολιτισμό – υπάρχουν τέτοιου είδους παρενοχλήσεις ή άσκηση βίας, αλλά και άσκηση εξουσίας πέρα από το όριο. Τα θύματα, λοιπόν, φοβούνται πολύ για τη δουλειά τους, αλλά και ανησυχούν πάρα πολύ ότι θα στοχοποιηθούν ως συμμέτοχοι μ’ έναν πολύ στρεβλό τρόπο, σα να έχουν προκαλέσει κι οι ίδιοι αυτές τις συμπεριφορές. Ας μην ξεχνάμε ότι το στίγμα και το ταμπού υπάρχει ακόμα στην κοινωνία.

Μετά την καταγγελία το θύμα θα νιώσει καλύτερα;

Πρώτα απ’ όλα να σκεφτούμε ότι όλες αυτές οι συμπεριφορές δημιουργούν στο θύμα ένα ψυχικό τραύμα. Το ψυχικό τραύμα, σε αντίθεση με όλα τα άλλα στον οργανισμό μας, αργεί πάρα πολύ να επουλωθεί και χρειάζεται πολύς καιρός για να κλείσουν οι κύκλοι. Αυτό εξηγεί και το γιατί καθυστερούν τόσα χρόνια κάποιοι άνθρωποι να μιλήσουν δημόσια ή χρειάζονται την έμπνευση από κάποιον άλλο, ο οποίος θα δώσει με το δικό του παράδειγμα ένα πράσινο φως ώστε να αρθεί ένα μέρος του στίγματος και του ταμπού, και να μπορέσουν και οι άλλοι να παραδεχτούν ότι έχουν υπάρξει θύματα.

Παρ’ όλα αυτά, είναι γεγονός ότι είναι μια ωφέλιμη διαδικασία, όπως ακριβώς η λεκτικοποίηση αυτών των γεγονότων εξυπηρετεί στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο, στην ασφάλεια δηλαδή της ψυχοθεραπείας. Εγώ χαίρομαι όταν οι άνθρωποι βγαίνουν και μιλούν δημόσια γι’ αυτήν την εμπειρία τους, ακριβώς γιατί ξέρω ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά και για πολλούς ακόμα, δηλαδή αρκετοί άλλοι άνθρωποι θα σωθούν από την δική τους δημόσια παραδοχή, και αυτό επιβεβαιώνεται και απ’ την επιστημονική έρευνα. Θα μειωθούν, δηλαδή, οι παρορμητικές συμπεριφορές από τους έχοντες την οποιαδήποτε εξουσία.

Γιατί είναι σημαντικό να μιλούν τα θύματα ακόμα και μετά από πολλά χρόνια;

Είναι γεγονός πως χρειάζεται καιρός για να επουλωθεί το ψυχικό τραύμα και οι άνθρωποι που επιλέγουν να μιλήσουν τώρα αισθάνονται ότι έχουν κλείσει τους κύκλους τους, νιώθουν ότι πλέον έχουν φτάσει σ’ ένα επίπεδο ασφάλειας, προσωπικής ωριμότητας, έχοντας κατανοήσει το μέσα τους, τι είναι αυτό που τους έχει συμβεί πραγματικά και προσδιορίζοντας ακόμα πιο ευκρινώς και ειλικρινώς την πραγματική τους θέση σε αυτό, ότι δεν έφταιξαν εκείνοι, δεν το προκάλεσαν με δικές τους συμπεριφορές. Το λένε ακριβώς στην κατάλληλη στιγμή που οι “ζυμώσεις” έχουν ολοκληρωθεί και μπορούν να μιλήσουν γι’ αυτά. Ίσως επειδή αντιλαμβάνονται μέσα κι από συζητήσεις στον περίγυρό τους ότι αυτό είναι ένα φαινόμενο που συνεχίζεται και κάποτε πρέπει να περιοριστεί και να σταματήσει, οπότε παίρνουν την πρωτοβουλία, έχοντας κάνει οι ίδιοι τις “ζυμώσεις” τους. Αυτός πιστεύω είναι ο λόγος που αργούν να μιλήσουν χρόνια ολόκληρα, όμως βλέπετε πως όσο βγαίνουν και μιλάνε άνθρωποι έστω και καθυστερημένα προκύπτουν και πιο πρόσφατες καταγγελίες. Οι άνθρωποι νιώθουν πλέον ότι έχουν μια δημόσια συμπαράσταση.

Πότε ένας άνθρωπος που έχει υποστεί οποιασδήποτε μορφής βία θα πρέπει να απευθυνθεί σε κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας;

Κάθε φορά που αισθανόμαστε ότι αυτή η μορφή βίας έχει δημιουργήσει σ’ εμάς μία δυσλειτουργία στην καθημερινή ζωή, για παράδειγμα αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε αποκτήσει μία φοβία να πάμε στη δουλειά μας ή αισθανόμαστε ότι έχουμε πλέον άγχη και φόβους που μας δημιουργούν τη διάθεση να αποφύγουμε κοινωνικές δραστηριότητες ή την επαγγελματική ζωή ή πως δεν ανταποκρινόμαστε ακόμα και στην οικογένεια γιατί είμαστε φορείς στεναχώριας ή θυμού, τότε είναι μια καλή στιγμή για να μιλήσουμε σ’ έναν ειδικό. Αυτό που θα κάνει ο ειδικός είναι να μας βοηθήσει στο ασφαλές περιβάλλον της ψυχοθεραπείας να ξεπεράσουμε πιο νωρίς αυτό το πρόβλημα και βέβαια θα βοηθήσει να επουλωθεί το τραύμα.

Πώς ο θύτης χειραγωγεί το θύμα του, ακόμα και ψυχολογικά;

Η ανθρώπινη φύση περιέχει έτσι κι αλλιώς ένα βαθμό βίας και ειδικά οι άνδρες με την τεστοστερόνη τους είναι λίγο περισσότερο σεξουαλικοί και λίγο πιο επιθετικοί ούτως ή άλλως. Γι’ αυτό κιόλας είναι πολύ απογοητευτικό ότι βλέπουμε τέτοια προβλήματα στον χώρο του πολιτισμού, επειδή περιμένουμε ότι ο πολιτισμός, η καλλιέργεια, η παιδεία είναι εκείνη που εξημερώνει τα ένστικτα και κατά κάποιο τρόπο μαλακώνει και στρογγυλεύει αυτές τις έμφυτες τάσεις μας.

Από την άλλη, έχει γίνει ένα πάρα πολύ ωραίο πείραμα στο Stanford το 1971, το οποίο απέδειξε ότι αν δώσουμε σε κάποιους ανθρώπους εξουσία πάνω σε άλλους – εκεί είχαν χωρίσει σ’ αυτό το πείραμα τυχαίους ανθρώπους σε φυλακισμένους και σε φύλακες – βλέπουμε ότι αυτοί που αποκτούν εξουσία πάρα πολύ γρήγορα μετατρέπονται σε δυνάστες με μεγάλη ευκολία χωρίς να υπάρχει απαραίτητα ιδιαίτερος λόγος. Αυτό έχει ονομαστεί ως το “φαινόμενο του Lucifer”, πώς δηλαδή ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που αποκτά εξουσία μπορεί πολύ εύκολα να γίνει δυνάστης. Επομένως, βλέπουμε ότι η ανθρώπινη φύση όταν τοποθετείται σε θέσεις εξουσίας είναι εύκολο να κάνει δύο πράγματα. Το ένα είναι να παρερμηνεύει τον ρόλο της, να αισθάνεται ότι έχει πράγματι περισσότερα δικαιώματα πάνω στον άλλο. Το δεύτερο είναι ότι καμιά φορά παρεξηγούνται οι υποτελείς, εκείνοι που βρίσκονται στο αμέσως κατώτερο επίπεδο, ως θαυμάζοντες εκείνους που έχουν την εξουσία και μερικές φορές παρερμηνεύονται και οι δικές τους οι στάσεις ως πράσινο φως για την εξάσκηση του φλερτ για παράδειγμα, ενώ αυτό δεν ισχύει, είναι μια πλάνη. Υπάρχει, λοιπόν, ένας ναρκισσισμός και οι άνθρωποι αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία έχουν ναρκισσιστικά στοιχεία έτσι κι αλλιώς, όχι όλοι απαραίτητα, αλλά εκείνοι που δεν έχουν “εξημερωθεί” όσο πρέπει, με αποτέλεσμα αυτός ο ναρκισσισμός να τους καθιστά αρκετά δυναστικούς, πολύ βασανιστικούς πάνω σ’ εκείνους που μπορούν να ασκήσουν την εξουσία. Και φυσικά ο ναρκισσισμός προϋποθέτει και την έλλειψη της ενσυναίσθησης, δηλαδή την αδυναμία να μπω στη θέση του άλλου και να καταλάβω τι νιώθει, τον πόνο του. Αυτό είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό των ανθρώπων που είναι θύτες και το εντοπίζουμε συνεχώς σε αυτά τα περιστατικά.

Πώς μπορούν οι γονείς να προστατεύσουν τα παιδιά τους και να τα εκπαιδεύσουν ώστε να χειρίζονται σωστά τέτοιες καταστάσεις;

Είναι πολύ σημαντικό μες την οικογένεια να αναπτύσσεται από πολύ νωρίς η καλή επικοινωνία μεταξύ των μελών της. Δηλαδή και σε αυτήν την περίπτωση στην άσκηση “εξουσίας” πάνω στα παιδιά – γιατί κι οι γονείς είναι κάπως φορείς εξουσίας – πρέπει να γίνεται με σωστό τρόπο, οι γονείς να επικοινωνούν σωστά στα παιδιά τους αυτό που τους ζητούν. Πρέπει να είναι κατανοητό ότι και τα παιδιά έχουν δικαιώματα και να τα μάθουμε ότι έχουν δικαιώματα και λόγο. Εξηγώ, λοιπόν, στο παιδί μου γιατί το περιορίζω, δεν του επιβάλλω τη γνώμη μου χωρίς να του την εξηγώ καθόλου. Αυτή είναι η διαφορά. Είναι καλύτερο να του εξηγώ τους λόγους από το να του λέω απλά πρέπει.

Έπειτα, είναι σημαντικό να μάθουμε στα παιδιά ότι πρέπει να βάζουμε ένα όριο στο τι αποδέχονται και τι όχι. Η έννοια της οριοθέτησης που επικαλούμαστε συχνά οι ειδικοί αφορά ακριβώς το τι ανέχομαι και τι δεν ανέχομαι από τους γύρω μου. Η οριοθέτηση γίνεται δηλαδή στον ίδιο μου τον εαυτό. Αυτό πρέπει να το μαθαίνουμε στα παιδιά από νωρίς κι ίσως θα ήταν καλή ιδέα να περάσει και στην εκπαιδευτική διαδικασία, όπως ακριβώς έχουμε μαθήματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, και να υπάρχει μέσα σε αυτά και μια αναφορά στο πώς θα μπορούσαν τα φαινόμενα αυτά να αναχαιτίζονται με την οριοθέτηση, με το να μπορεί κάποιος να θέσει τα όριά του, τι ανέχεται και τι όχι και να υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του, ακόμα και σε βάρος καμιά φορά της εξέλιξής του μέσα σε μια δουλειά. Παρατηρούμε κάποιες φορές ότι και τα θύματα ενίοτε περιμένουν με μια ελπίδα ότι θα αλλάξουν τα πράγματα, το οποίο δεν συμβαίνει ή για να μην ρισκάρουν τη θέση και την εξέλιξή τους μαθαίνουν να τα ανέχονται κι έτσι γίνεται μια πολύ στρεβλή κανονικοποίηση, όπου αυτά γίνονται ανεχτά, αν και πάντα ενοχλούν.

Έχει πολλή σημασία να μην προσωποποιούμε πολύ το πρόβλημα μόνο σε εμάς. Αν σκεφτόμαστε, δηλαδή, ότι δεν αφορά μόνο σε εμάς, αλλά έχει μια μεγάλη έκταση, ότι είναι ένα ευρύ φαινόμενο, τουλάχιστον μπορούμε να νιώσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτό. Όταν μιλούμε προς τα έξω, αμέσως εισπράττουμε ενδυνάμωση και συμπαράσταση και ακριβώς υπογραμμίζουμε αυτή την επίγνωση, ότι δεν είμαστε μόνοι μας κι αυτό έχει τεράστια σημασία. Νομίζω πως ο καθένας που μιλάει αμέσως εισπράττει αυτή την συμπαράσταση, ότι δεν είναι μόνος του, και ακόμα και στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας στο ιατρείο παρατηρώ ότι αυτό λειτουργεί ανακουφιστικά από την πρώτη στιγμή. Ουσιαστικά, ανακουφίζεται κανείς με το ότι θα μοιραστεί με κάποιον αυτά τα καλά κρυμμένα ή στη σκιά προβλήματα και εμπειρίες που έχει ζήσει. Κάποιος, δηλαδή, γίνεται κοινωνός του και μπορεί να του δείξει ότι δεν είναι μόνος του σε αυτό από εδώ και στο εξής. Αυτό ακριβώς είναι μια πολύ σημαντική επίγνωση.

Το κεφάλαιο αυτό που αφορά την ψυχολογία της σεξουαλικής παρενόχλησης, το πώς νιώθει ένα θύμα βίας και πώς το χειραγωγεί ο θύτης είναι ένα θέμα που δεν έχει τέλος και κυρίως διότι πρόκειται για μια μάστιγα της κοινωνίας. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε να είμαστε δίπλα στα θύματα, τα οποία πρέπει να θυμούνται πως έχουν φωνή και ότι η βοήθεια του ειδικού είναι πάντα πολύτιμη!

Πού μπορείς να απευθυνθείς αν είσαι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης;

Διάβασε πρώτος όλα τα θέματα του iPop.gr στο Google News