Πέρασαν εικοσιπέντε χρόνια από εκείνο το μεσημέρι που μπήκαμε στο αυτοκίνητό μας, μόνο με τα ρούχα που φορούσαμε και φύγαμε για την παραλία για να σωθούμε από την πυρκαγιά. Ήμουν γύρω στα 14 και στο σημερινό άρθρο γράφω για την εμπειρία μου και το πώς έζησα την πυρκαγιά. Πώς το είδα με τα δικά μου μάτια και οι μνήμες που έχουν μείνει μέχρι σήμερα χαραγμένες στο μυαλό μου.

ημερολόγιο της κόρης

«Αγαπητό ημερολόγιο,

Είμαι η Λαμπρινή και το Σεπτέμβριο θα πάω Τρίτη Γυμνασίου. Παραθερίζουμε όπως κάθε καλοκαίρι στο εξοχικό μας που βρίσκεται κοντά στην Αθήνα. Σήμερα η μέρα είναι αρκετά ζεστή. Ξεκίνησε ως συνήθως με πρωινό μπάνιο, επιστροφή σπίτι για φαγητό και μεσημεριανή χαλάρωση στην τηλεόραση. Ξαφνικά μυρωδιά καμένου άρχισε να έρχεται απ’ έξω.

Η μαμά είναι ανήσυχη. Παίρνει το αυτοκίνητο και κάνει μια βόλτα για να δει την κατάσταση. Κάνει βόλτες με το αυτοκίνητο, γυρνάει για λίγο να δει εμάς σπίτι και ξαναφεύγει, την ξέρεις τη μαμά, ανησυχεί για όλα. Όμως αυτή τη φορά είναι διαφορετική, δεν μας λέει τίποτα για να μην μας αναστατώσει μάλλον, αν και καταλαβαίνω την αγωνία της. Ο μπαμπάς είναι στην Αθήνα, θα γυρίσει όπως κάνει κάθε μέρα το απόγευμα.

Καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά για κάποιον λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω νιώθω ασφάλεια. Σε λίγο ακούγονται κόρνες απ’έξω. Είναι ο θείος Γιώργος με την οικογένειά του στο αυτοκίνητο. «Πάμε κάτω στην παραλία, ελάτε και εσείς». Ο θείος είναι αρκετά ψύχραιμος, δεν αισθάνομαι φόβο. Η μαμά κινητοποιείται. Κλείνει όλα τα παράθυρα στο σπίτι και μας βάζει στο αυτοκίνητο.

Εκείνη ήταν η στιγμή που είδα πρώτη φορά ότι ο ουρανός ήταν γκρίζος και τη στιγμή που μπήκα στο αυτοκίνητο κοίταξα για τελευταία φορά το σπίτι μας. Μια τεράστια φλόγα κάλυπτε την σκεπή του και ήταν έτοιμη να την καταπιεί. Δεν ξέρω αν ήταν παιχνίδι του αέρα ή αν ήταν όταν όντως τόσο κοντά στο σπίτι μας η πυρκαγιά, όμως αυτή η τελευταία εικόνα φεύγοντας από το σπίτι μας ήταν αυτή που μου έφερε δάκρυα στα μάτια και ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα φόβο.

Δεν πήραμε τίποτα μαζί μας. Τα αφήσαμε όλα πίσω μας. Πήγαμε στην παραλία μόνο με τα ρούχα που φορούσαμε.

Φτάνοντας στην παραλία βρήκαμε και άλλους ανθρώπους να κάθονται στη σκιά των πεύκων, να περιμένουν και να μιλάνε. Ο θείος μας φέρνει νερά και παγωτά. Εμείς μιλάμε και παίζουμε με τα ξαδέρφια μας. Κάπου στο βάθος φαίνονται οι καπνοί αλλά όχι φλόγες. Ο αέρας είναι δυνατός. Συχνά έρχονται αεροπλάνα της πυροσβεστικής να γεμίσουν νερό για να σβήσουν τη φωτιά.

Η ανησυχία είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων μας, αλλά όχι ο πανικός. Η μαμά ψάχνει να βρει τηλέφωνο στο περίπτερο για να ενημερώσει τον μπαμπά ότι βρισκόμαστε ασφαλείς όλοι στην παραλία. Εκείνος μόλις μαθαίνει ότι είμαστε καλά, ξεκινά αμέσως από την Αθήνα για να πάει στο σπίτι μας και να πάει να σώσει την περιουσία μας. Δεν μπορεί να τον σταματήσει κανείς από αυτήν την παράλογη αλλά ταυτόχρονα και λογική από την πλευρά του σκέψη.

Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε όλο αυτό, νομίζω είχε πια βραδιάσει όταν κάποιος μας ενημέρωσε από την πυροσβεστική ότι η φωτιά έσβησε και μπορούμε να γυρίσουμε πίσω.

Καθώς γυρνάμε στο σπίτι βλέπω καμμένα δέντρα και στάχτη. Η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρή και όλα μοιάζουν σαν πεδίο μάχης με τα θλιβερά απομεινάρια να θυμίζουν το πόσο ανίσχυρος είναι ο άνθρωπος απέναντι στη δύναμη της φύσης.

Σε εκείνη την πυρκαγιά κάηκε μόνο ένα σπίτι, που ήταν χτισμένο στην καρδιά του δάσους. Περάσασμε από εκεί την επόμενη μέρα για να δούμε την καταστροφή που έγινε. Το σπίτι είχε ζωή πριν φύγουν οι άνθρωποι απ’αυτό, υπήρχε ένα τηγάνι στο μάτι της κουζίνας, σε ότι έμενε από την κουζίνα. Οι τοίχοι γυμνοί και μαύροι χωρίς πόρτες και παράθυρα. Μαύρο μόνο και στάχτη παντού. Θλίψη.

Ευτυχώς τελείωσε αυτός ο εφιάλτης αγαπημένο μου ημερολόγιο».

Δυστυχώς έχω ζήσει πώς είναι να αφήνεις το σπίτι σου νιώθοντας εντελώς αβοήθητος και να έχεις αυτό το αίσθημα ότι δεν θα το ξαναδείς ποτέ.Αυτή ήταν η δική μου εμπειρία και οι αναμνήσεις από το πώς έζησα την πυρκαγιά. Καταλαβαίνω τα αισθήματα των ανθρώπων που βρίσκονται σε αυτήν την δύσκολη κατάσταση αυτή τη στιγμή.

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς είναι να γυρνάς στα απομεινάρια της προηγούμενης ζωής σου και να προσπαθείς να χτίσεις κάτι από την αρχή. Μετά όμως από τα τραγικά γεγονότα του Ιουλίου 2018 που θρηνήσαμε ανθρώπινες ζωές σκέφτομαι ότι το να απειλείται η ανθρώπινη ζωή από την πυρκαγία είναι χίλιες φορές χειρότερο. Ο φόβος και η ανασφάλεια είναι συναισθήματα που καμία φορά σπέρνουν τον πανικό και δε σε αφήνουν να σκεφτείς με καθαρό μυαλό.

Η εμπειρία που μοιράστηκα συνέβη γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Εκείνη την εποχή, δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, δεν υπήρχε το Ίντερνετ, δεν υπήρχαν τα σόσιαλ μίντια. Η μόνη ενημέρωση που υπήρχε ήταν από τις ειδήσεις που και πάλι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει ούτε ρεύμα, ούτε νερό.

Νιώθεις φόβο το να μην ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, να είσαι παιδί και να κάνεις ότι σου πουν εκείνοι που εμπιστεύεσαι, αλλά θεωρώ πολύ σημαντικό ότι δε νιώσαμε ανασφάλεια γιατί οι μεγάλοι που ήταν μαζί μας δεν μας πανικόβαλαν.

Αυτό που έμαθα από αυτήν την περιπέτεια είναι ότι καθετί που έρχεται στο δρόμο μας, όποια εμπειρία μας συμβεί, έρχεται για κάποιον λόγο και αυτό μπορεί να το καταλάβουμε όταν περάσουν τα χρόνια και πια δεν μας επηρεάζει άμεσα. Ίσως έρχεται για να γίνουμε πιο δυνατοί. Πιστεύω ότι αυτό που έζησα τότε, με έκανε δυνατότερη αφού έζησα έναν από τους φόβους μου.

Καλή δύναμη σε όλους όσους παλεύουν με τις φωτιές και καλή υπομονή, να παραμείνετε ασφαλείς. Και αυτό θα περάσει.

Διάβασε πρώτος όλα τα θέματα του iPop.gr στο Google News