Παιδί της Άνοιξης, του ήλιου και της φύσης. Γεννημένος στις 6 Απρίλη. Ευαίσθητος και συγχρόνως απρόβλεπτος. Φωτεινός, δραστήριος και ο άνθρωπος που δε χορταίνεις να μιλάς μαζί του. Ο Αλέξανδρος Πέρρος αποκαλύπτεται στο iPop.gr σε μια συνέντευξη που πρέπει να διαβάσεις μέχρι τέλους, γιατί κάτι έχει να σου πει.

Τηλεοπτικά τον γνωρίσαμε μέσα από τους «Συμμαθητές», τον μάθαμε καλύτερα στο «Τατουάζ» και τον λατρέψαμε στην «Αγγελική». Η πορεία του συνεχίστηκε με «Το αύριο μας ανήκει», ενώ σύντομα θα τον απολαύσουμε και πάλι στις οθόνες μας μέσα από τα «Τρία μίλια». Την αγάπη του για την υποκριτική μας την έχει δείξει και στο σανίδι, ενώ η δημιουργικότητά του δεν περιορίζεται, όπως και το χαμόγελό του.

Ο Αλέξανδρος Πέρρος είναι ο φωτεινός ηθοποιός που όλοι θα θέλαμε στις ζωές μας, η ζωντάνια που λείπει απ’ την καθημερινότητα και το «αγκάθι» που θα θέλαμε να τσιμπήσει λίγο ακόμα την κοινωνία.

Φοβάται τη στασιμότητα, δε βγάζει εύκολα άκρη με τους ανθρώπους, ερωτεύεται δύσκολα, αλλά είναι παθιασμένος με καθετί που κάνει.

Είσαι έτοιμος να ανακαλύψεις όσα είπαμε με τον Αλέξανδρο Πέρρο;

Ο Αλέξανδρος Πέρρος μας συστήνεται στο iPop.gr

Πότε ανακάλυψες την αγάπη σου για τις τέχνες και πιο συγκεκριμένα για την υποκριτική;

Η κουλτούρα γενικότερα του θεάτρου αλλά και των τεχνών υπήρχε πολύ μέσα στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ασχολούταν πάρα πολύ με τις τέχνες, ήταν σε θεατρικές ομάδες στο πανεπιστήμιο, αλλά ανήκε τότε και στη δυνατή νεολαία που ασχολούταν με το πολιτικό σύστημα, κανόνιζαν συναυλίες με σπουδαίους καλλιτέχνες της εποχής. Επίσης, η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου, η Αδέλα Χούλια, έχει γράψει κάποιες ποιητικές συλλογές, και ο άντρας της αδερφής της μητέρας μου, ο θείος μου δηλαδή, είναι ο Κωστής Καπελώνης, σκηνοθέτης του Θεάτρου Τέχνης, καθηγητής, διευθυντής, οπότε υπήρχαν μυρωδιές και το καλό ήταν πως υπήρχαν ως ερεθίσματα. Ποτέ, δηλαδή, δεν μπήκε κάποιος στη διαδικασία να απαιτήσει κάτι από εμένα. Μου πέρασαν την αγάπη για τις τέχνες, οπότε από εκεί και πέρα ξεκίνησε από εμένα ένας συντονισμός γύρω από αυτό και είδα ότι η δική μου κατεύθυνση ήταν η υποκριτική κι έτσι έδωσα όλο μου το βάρος εκεί.

Έχεις δοκιμαστεί σε αρκετά επαγγέλματα στο παρελθόν. Θεωρείς ότι πλέον έχεις κατασταλάξει;

Θα ήθελα να πειραματιστώ και να δοκιμάσω νέα πράγματα. Γενικά η κοινωνία μας είναι αδιανόητα συντηρητική και είναι φοβερό πως όσο περνάνε τα χρόνια αντί να ελευθερώνεται από φόβους και συμπλέγματα, τελικά ίσα ίσα μπαίνει σε μια διαδικασία που δημιουργεί προβλήματα στον ίδιο της τον εαυτό, στην επόμενη γενιά και σε κάθε επόμενη γενιά και είμαστε πραγματικά ακραία συντηρητικοί. Βέβαια, δεν είναι δικό μας μόνο κατόρθωμα, διότι γενικότερα παγκοσμίως υπάρχει ένας συντηρητισμός, οπότε όταν αυτό γίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι πολύ δύσκολο είτε να το εντοπίσεις είτε να το αντιμετωπίσεις.

Αυτό δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας από το να δοκιμάσω πράγματα, αλλά ξέρεις ότι πρώτον δε θα σε αγκαλιάσουν και δεύτερον δε θα σε ακούσουν. Για τον κόσμο, και ειδικά για τον Έλληνα, γιατί ο Έλληνας είναι αρκετά πίσω πνευματικά, το να κρίνει είναι η δεύτερή του φύση, αν όχι η πρώτη. Αλλά εμένα με κρίνουν και με κρίνανε από τα πρώτα μου χρόνια, από το πώς είμαι έτσι, γιατί είμαι τόσο χαρούμενος, ευαίσθητος, οπότε όλοι κρίνουνε, άρα δε μ’ ενοχλεί, γιατί τους γράφω κι είναι καλό να μπορείς να γράψεις τον άλλο, διότι κάθε φορά που κάποιος μπαίνει σε μια διαδικασία να σε κρίνει, ουσιαστικά είναι μια προσωπική λειτουργία δικιά του που για κάποιον λόγο τον κάνει να νιώθει καλύτερα. Είτε κρίνει τον εαυτό του εκείνη τη στιγμή, είτε νιώθει μειονεκτικά απέναντί μου και ο τρόπος να το πολεμήσει αυτό είναι να με κρίνει, είναι η επίθεση ή οτιδήποτε κι αν είναι.

Ευτυχώς είχα ανθρώπους δίπλα μου, στη ζωή μου, οι οποίοι μπόρεσαν να με βοηθήσουν, να με προστατεύσουν από το να μην αλλάξω τον πυρήνα μου και την ουσία μου, γιατί όταν σου ασκείται τέτοια κριτική είναι πολύ εύκολο να μπεις σε μια διαδικασία να το αλλάξεις ή να μη μιλήσεις γι’ αυτό το οποίο περνάς. Οπότε ευτυχώς εγώ μπήκα σε μια θέση άμυνας, όπου άρχισε να μη μ’ ενδιαφέρει αυτό το οποίο ακούω ή βιώνω και μετά αυτό μου έδωσε μια δύναμη και τώρα είμαι πολύ καλά.

Αλέξανδρος Πέρρος
Κική Παπαδοπούλου

Έχεις δοκιμάσει να κάνεις ψυχοθεραπεία;

Είμαι της άποψης ότι κανονικά θα έπρεπε κάθε οικογένεια, όπως έχει τον οικογενειακό της γιατρό, έτσι να έχει και τον οικογενειακό της ψυχοθεραπευτή. Εγώ έχω κάνει ψυχοθεραπεία, ζήτησα πρώτη φορά βοήθεια όταν ήμουν πιτσιρίκι, και μου δόθηκε από έναν εξαιρετικό άνθρωπο, και αυτό με βοήθησε πάρα πολύ και όποτε ήμουνα σε μια ψυχική ή πνευματική αναστάτωση μπορούσα να ανατρέχω στον ίδιο άνθρωπο σαν μια σταθερά που μαζί προχωρούσαμε τα πρώτα χρόνια, ειδικά στο πώς τελειώνεις το σχολείο, πώς είναι οι Πανελλήνιες, γιατί δεν ήμουν καθόλου του σχολείου. Από μικρό παιδί είχα συνειδητοποιήσει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι χάλια και πως δεν αξίζει καν να ασχοληθείς. Όσους βρίσκουν τον τρόπο και ασχολούνται τους θαυμάζω και μπράβο που καταφέρνουν και διαβάζουν μ’ ένα τόσο αποτρόπαιο εκπαιδευτικό σύστημα. Οπότε αν μπεις στη θέση του θεραπευόμενου, αυτό θ’ αρχίσει να εκπέμπει σε όλες σου τις σχέσεις. Για παράδειγμα, αν οι γονείς αποφασίσουν ότι ένα παιδί πρέπει να πάει σε ψυχολόγο, θα πρέπει να κάνουν ψυχοθεραπεία και οι ίδιοι μαζί με το παιδί, γιατί από τη στιγμή που εκείνο μπαίνει σ’ έναν διαφορετικό συντονισμό ψυχικής θεραπείας σημαίνει ότι θα επηρεάσει το πώς υπάρχει η οικογένεια. Οπότε θεωρώ ότι κάθε οικογένεια θα έπρεπε να έχει τον δικό της ψυχοθεραπευτή.

Είσαι πάντα πολύ χαμογελαστός. Αυτό είναι η δύναμή σου;

Είναι η αντίδρασή μου. Δεν είναι δύναμη, αλλά αδυναμία. Ουσιαστικά κρύβομαι πίσω από το χαμόγελο και από τη χαρά, γιατί αν αφεθώ στην αλήθεια των πραγμάτων θα πέσω σε πολύ σκοτεινά μονοπάτια, στα οποία έχω πέσει στο παρελθόν, γι’ αυτό και μπορώ και τα αναγνωρίζω τώρα. Αυτό, λοιπόν, φέρνει μια δύναμη, τη δύναμη της επιλογής. Επιλέγω ως άμυνα να είμαι χαμογελαστός, ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες ή ακόμα και σ’ έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα άβουλο τέρας ίσως. Είναι μια ωραία ασπίδα και είναι επιλογή μου αυτό. Υπάρχει ένας ωραίος συντονισμός.

Έχεις στο μυαλό σου να δημιουργήσεις τη δική σου οικογένεια;

Νομίζω ότι τη δημιουργώ ήδη από την άποψη ότι όσο μεγαλώνεις και όσο συνειδητοποιείς ότι ο χρόνος που έχεις πάνω σ’ αυτή τη Γη είναι πολύ περιορισμένος και διαπιστώνοντας ότι τίποτα δεν έχει πραγματικά σημασία, έρχεσαι και περιμένεις να φύγεις, τώρα το τι θα κάνεις στο μεσοδιάστημα αυτό είναι καθαρά δική σου υπόθεση και πρέπει να παραμείνει δική σου υπόθεση. Οπότε η επιλογή του πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος σου, οι στιγμές σου και ο εαυτός σου και με ποιους θέλεις να τον μοιράζεσαι αρχίζει και φέρνει την αίσθηση μιας οικογένειας, γιατί οι άνθρωποί μου, οι φίλοι μου, είναι πολύ πιο συγκεκριμένοι πια, που έχουμε περάσει πολύ συγκεκριμένα πράγματα μαζί, και πολύ συγκεκριμένα επέλεξε ο ένας τον άλλο και να είναι δίπλα στον άλλο. Είμαι της άποψης ότι την οικογένεια την επιλέγεις, παρότι έχω μια πολύ σπουδαία οικογένεια από πίσω μου. Δεν είμαι φαν της οικογένειας έτσι όπως μας την έχουν περάσει, με τα πρότυπα άντρας – γυναίκα, ότι πρέπει μέχρι τα 30 να έχεις κάνει παιδί γιατί αλλιώς είσαι αποτυχημένος κι όλα αυτά. Πιο πολύ με βλέπω να υιοθετήσω κάποια στιγμή ένα πλάσμα παρά να μπω σε μια διαδικασία να βρω μια γυναίκα μόνο και μόνο επειδή πρέπει να το κάνω. Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει κάτι το οποίο είναι αποδεδειγμένο, ένα μοντέλο που να δείχνει ότι έτσι βγαίνει σωστό προϊόν προς την κοινωνία κι ότι αν πας προς μια άλλη συνταγή το προϊόν που βγάζεις είναι ελαττωματικό. Αυτό προσπαθούν να περάσουν, αλλά δεν ισχύει σε καμία περίπτωση.

Αλέξανδρος Πέρρος
Βασίλης Ελευθερίου

Αποζητάς, όμως, τον έρωτα και το να είσαι σε σχέση ή είσαι εντάξει με το να είσαι single για μεγάλο χρονικό διάστημα;

Γενικά έχω περάσει δύο πολύ μεγάλους έρωτες και στο ενδιάμεσο από τον έναν στον δεύτερο και αφότου τελείωσε ο δεύτερος μέχρι τώρα είμαι single. Βίωσα τόσο δυνατά και σε τόσο βάθος τους έρωτες αυτούς που υπάρχουν ακόμα μέσα μου και χαίρομαι γι’ αυτό. Οπότε ανεξάρτητα από το αν τελείωσαν και το πώς τελείωσαν, αυτό το οποίο μένει μετά είναι κάτι το οποίο εσύ, θες δε θες, θα το κουβαλάς. Ειδικά όταν με τον άλλο έχεις ζήσει 5-6 χρόνια μαζί και με μία ένταση κι ένα βάθος, είναι οφθαλμαπάτη να θεωρείς ότι μπορείς να αποκοπείς από κάτι ακόμα κι όταν χωρίζεις. Ο άλλος είναι μέσα σου. Πρέπει αυτόν που έχει μείνει μέσα σου να τον πάρεις αγκαλιά και να πεις ότι θα είμαστε μαζί για το υπόλοιπο της ζωής ως μία εμπειρία, ως κάτι πολύ όμορφο που ζήσαμε. Οπότε αυτό εμένα με δυσκολεύει στο επόμενο βήμα, γιατί μου παίρνει καιρό να απεγκλωβιστώ από την ερωτική κατάσταση. Νομίζω ότι δύσκολα ερωτεύομαι. Ο πρώτος έρωτας μου πήρε χρόνια να τον ξεπεράσω, ο δεύτερος επίσης το ίδιο. Δε μπορώ να φύγω εύκολα από μία κατάσταση και να μπω σε μία άλλη ερωτικά.

Επίσης, φοβάμαι πολύ τη μεταλαμπάδευση όλων αυτών που έχουν δημιουργηθεί από μία σχέση, γιατί πέρα από τα καλά, δημιουργούνται και κάποια αρνητικά, ίσως κάποια τοξικότητα, κάποια συμπλέγματα ή ανασφάλειες. Επομένως, πρέπει μετά να κάτσεις να κάνεις έναν απολογισμό στο τι συνέβη, στο πού έφταιξες, στο πώς έφταιξες και γιατί, στη συνέχεια τη μεριά του άλλου και μετά απ’ όλο αυτό να κάνεις μια ανοιχτή επικοινωνία με τον εαυτό σου και να τον αποδεχτείς σε πράγματα που θα ήθελες εσύ να είχες αντιδράσει αλλιώς. Οπότε μέχρι να γίνει αυτή η διαδικασία, εγώ δε μπορώ να μπω κάπου αλλού, γιατί αισθάνομαι ότι μεταλαμπαδεύω τα προβλήματά μου και την τοξικότητά μου από κάτι προηγούμενο σε κάτι επόμενο.

Πώς θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου με τρεις λέξεις;

Φωτεινός σαν τον ήλιο, απρόβλεπτος όσο δεν πάει και αγκάθι, γιατί μ’ αρέσει να τσιμπάω. Πιστεύω στην άγρια ομορφιά, όχι στις λείες επιφάνειες. Μ’ αρέσει λίγο να ενοχλώ τον άλλο, να νιώθω ότι κάτι γίνεται. Για παράδειγμα, αν δε συμβεί κάτι σε μια μέρα στη ζωή μου, έχω μεγάλο θέμα. Νιώθω ότι κάτι δεν πήγε καλά, ότι κάτι επαναλαμβάνεται, πως κάποιος άλλος το προγραμματίζει κι εγώ σαν πιόνι υπακούω. Ενώ το να έχεις την αίσθηση που έλεγε ο Σωκράτης της αλογόμυγας στον κώλο της κοινωνίας που τον τσιμπάει έχει πολλή πλάκα. Μ’ αρέσει να κάνω πράγματα στον άλλο που δεν τα περιμένει και ως αντίδραση να έχει δύο δευτερόλεπτα παύσης, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό που γίνεται συμβαίνει όντως στην πραγματικότητα.

Απρόβλεπτος γιατί;

Αντλώ ασφάλεια από την ανασφάλεια. Μα δεν είναι τίποτα σταθερό. Υπάρχει κάποια σταθερά στην καθημερινότητά μας η οποία μπορεί να μας δώσει κάτι πέρα από την ανασφάλεια; Η Γη γυρίζει, αυτό είναι μία σταθερά, αλλά εμείς δε γυρίζουμε γύρω από τη Γη, οπότε δεν υπάρχει σταθερά. Είναι τόσο απρόβλεπτο το τι μπορεί να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη, από το πλαίσιο της υγείας, της δουλειάς, το φιλικό, οτιδήποτε. Και αυτά τα απρόβλεπτα είναι ωραία γιατί φέρνουν μία ζωντάνια, είναι λες και σπάνε τον κώδικα της ασφάλειας που έχεις καθημερινά. Και το πιο ωραίο απ’ όλα στο απρόβλεπτο είναι ότι σε εκθέτει απέναντι στον εαυτό σου. Για παράδειγμα, κάτι συμβαίνει στον δρόμο και εκτίθεσαι εσύ εκείνη τη στιγμή που το βλέπεις στο ποια είναι η θέση σου. Θα μιλήσεις; Κι αν μιλήσεις τι θα πεις; Με ποιανού το μέρος θα πας; Κι αν δε μιλήσεις, πώς νιώθεις εσύ με τον εαυτό σου που δε μίλησες; Οπότε έχει μια ζωντάνια όλο αυτό και μ’ αρέσει γιατί το βλέπω σαν μικρές πίστες – όπως στα παιχνίδια που παίζαμε μικροί – που τσεκάρουν πόσο Άνθρωπος είσαι ή πόσο Άνθρωπος νομίζεις ότι είσαι σε σχέση με αυτά που λες ότι είσαι.

Θα άλλαζες κάτι στον εαυτό σου;

Πάρα πολλά! Το ανικανοποίητο, γιατί νιώθω ότι δε μπορώ να με ικανοποιήσω εύκολα. Ανασφάλειες, θα ήθελα να μπορούσα κάποιες ανασφάλειές μου να τις αντιμετωπίσω καλύτερα. Θα ήθελα να αλλάξω μια νωχελικότητα και μία βαρεμάρα απέναντι στη ζωή και την καθημερινότητα. Νομίζω ότι έχω χάσει λίγο τη σπίθα μου, αυτή που ανάβει τη φωτιά. Και νομίζω ότι την έχω χάσει γιατί υπάρχουν και οι μέρες οι οποίες είναι πολύ δύσκολες, στις οποίες βλέπεις την αλήθεια κατάματα και δε μπορείς να λες ψέματα στον εαυτό σου ότι όλα θα πάνε καλά γιατί δεν το ξέρεις. Οπότε θα ήθελα αυτό να το διαχειριστώ καλύτερα, λίγο περισσότερο ως ότι είναι μια κακή μέρα και να μπορώ να συνεχίσω. Υπάρχουν φορές που αυτό το «κακή μέρα» μ’ επηρεάζει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα ήθελα και μετά, όταν επηρεάζεσαι, προβάλλεις και αυτά στα οποία βλέπεις μόνο την αρνητική πλευρά.

Επιπλέον, γενικά δε συμπαθώ τους ανθρώπους και με το ανθρώπινο είδος έχω πάρα πολλά παράπονα, νεύρα, είτε από τον εαυτό μου τον ίδιο, είτε από άλλους ανθρώπους, οπότε και η συναναστροφή μαζί τους μπορεί να είναι δύσκολη. Δε μας συμπαθώ γιατί είμαστε καταραμένοι να είμαστε ικανοί για το απόλυτο φως με μια αδιανόητη δύναμη μέσα μας, ενώ είμαστε το ίδιο ικανοί για τη δημιουργία του ίδιου σκοταδιού, και ουσιαστικά είναι ο αέναος πόλεμος, εσωτερικός ή κοινωνικός, στο πόσο προς το φως θα πηγαίνεις ή πόσο προς το σκοτάδι. Ο τρόπος που μας έχουν μεγαλώσει και το δομημένο κοινωνικό σύστημα σε βάζει σε μια διαδικασία να πηγαίνεις προς το σκοτάδι για να νιώθεις περισσότερη ασφάλεια. Όταν έχεις συνηθίσει το σκοτάδι και σ’ έχουν εκπαιδεύσει στα πιο σκοτεινά κι όχι στους φωτεινούς δρόμους, στο άνοιγμα είτε του πνεύματος είτε του μυαλού είτε του σώματος, όταν έρχεται μια φωτεινή κατάσταση, ξαφνικά αυτό το πράγμα σε τρομάζει ακόμα περισσότερο. Το φως είναι μια νέα τυραννία κι εκεί είναι που επιλέγεις εσύ – λόγω των ανασφαλειών και του τι έχεις μάθει – να μην πας προς το φως, αλλά προς το σκοτάδι. Εκεί είναι που έχω το θέμα μου με τον κόσμο. Καταλαβαίνω τον φόβο όταν βλέπεις το φως, γιατί έχω υπάρξει στο απόλυτο σκοτάδι που ήταν πιο εύκολο για μένα να το διαχειριστώ κι όταν ήρθε η ώρα, μπήκα σε μια διαδικασία να διεκδικήσω πολύ από τον εαυτό μου τη φωτεινή μου πλευρά, ειδικά σε ψυχικό και πνευματικό επίπεδο, κι όχι τις αρνητικές μου σκέψεις και το σκοτάδι. Αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, τι είναι αυτό που φοβίζει τον άνθρωπο να μπει σε μια φωτεινή διαδικασία και να τη διεκδικήσει. Παρόλα αυτά, δεν καταλαβαίνω το να δειλιάζεις και γιατί στο τέλος δεν επιλέγεις το φως. Νομίζω ότι το να μένεις κολλημένος στο σκοτάδι σου και να μην κάνεις το βήμα ενώ το βλέπεις είναι εγωισμός.

Ποια είναι η πιο έντονη σκηνή που έχεις γυρίσει και που δε θα ξεχάσεις;

Η σκηνή της απόπειρας αυτοκτονίας του Νικόλα στην «Αγγελική». Δε θα ξεχάσω ποτέ την καλή οργάνωση και τον καλό συντονισμό που είχα εγώ από τον εαυτό μου. Είχα γύρισμα εκείνη την ημέρα, κάτι σχετικά εύκολες σκηνές στην αρχή, μετά ένα μεγάλο κενό, και μου είχαν πει οι σκηνοθέτες πού θα γυρίσουμε τη σκηνή, οπότε τους είπα ότι θα είμαι εκεί για κανένα δίωρο. Περπάταγα με ασφάλεια στην άκρη που θα γινόταν η σκηνή, προσπαθούσα να φέρω τα δικά μου σκοτάδια εκείνη τη στιγμή για να μπορέσω να είμαι όσο πιο αληθινός γίνεται και θυμάμαι ότι με είχαν προσέξει πολύ, μου μιλούσαν, εγώ ήμουν συγκεντρωμένος, ήταν συντονισμένοι κι αυτοί στους δικούς μου παλμούς και όταν έφτασε η ώρα να κάνουμε τη σκηνή είχε πέσει το φως και συνειδητοποίησα ότι οι πρόβες που είχα κάνει νωρίτερα με φως δεν είχαν καμία σχέση μόλις έπεφτε ο ήλιος. Και δε θα ξεχάσω ποτέ το πόσο καλά ήμασταν όλοι συντονισμένοι που η σκηνή βγήκε με δύο λήψεις.

Ακόμη και τώρα, αν κάποιος μου λέει να δει κάποια δικά μου πράγματα υποκριτικά στην τηλεόραση που δεν έχει δει, του βάζω τα δύο επεισόδια της «Αγγελικής» που είναι πριν ο Νικόλας φτάσει στην αυτοκτονία και μετά την απόπειρα αυτοκτονίας, γιατί είναι η πρώτη φορά που μπορώ να πω κι εγώ ότι αυτό το οποίο βλέπω με συγκινεί, διότι είναι πάρα πολύ προσωπικό. Επιπλέον, στην «Αγγελική» είχα συντονιστεί πάρα πολύ επειδή ουσιαστικά εγώ μέσω του Νικόλα ζητούσα συγχώρεση από δικούς μου ανθρώπους, από τον εαυτό μου, από την οικογένειά μου, τις επιλογές μου, μου επιτρέπανε να βάζω κάποιες λέξεις που για μένα ήταν λέξεις – κλειδιά που μου δημιουργούσαν μια ταχυπαλμία και μια εφίδρωση. Οπότε το αποτέλεσμα που βγήκε με συγκινεί υποκριτικά και δεν το λέω εύκολα αυτό.

Στην «Αγγελική» είχες τον ρόλο του θύτη. Πώς ήταν για σένα που ξέσπασε το #metoo ενώ υποδυόσουν αυτόν τον ρόλο στη σειρά;

Θεώρησα ότι ήταν φοβερά συμπαντικό το θέμα, με το πώς ξεκίνησε η όλη διαδικασία με το κίνημα, που επιτέλους άνοιξε αυτός ο δρόμος του να μιλήσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και να πάρουν δύναμη και βήμα για να μιλήσουν ακόμη περισσότεροι. Διότι θα ήταν γελοίο να πούμε ότι αυτό ήταν και πως έχει σταματήσει, για την ακρίβεια ούτε καν έχει ξεκινήσει. Όταν, μάλιστα, η αίσθηση δικαιοσύνης στην Ελλάδα είναι προβληματική, αυτό δυσκολεύει την κατάσταση ακόμη περισσότερο.

Από εκεί και πέρα, όμως, προσωπικά θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος ρόλος μαζί με του Δημήτρη ήταν οι πιο ενδιαφέροντες ρόλοι από τα αδέλφια, γιατί είχαν πάρα πολλές πλευρές και ο Νικόλας ήταν από τα ακραία συναισθηματικά άτομα που το αναγνωρίζουν αυτό στον εαυτό τους, δε μπορούν να το αντιληφθούν και να το κρύβουν. Κι είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον για μένα, υποκριτικά, πώς μπορείς να γεφυρώσεις το κενό ανάμεσα στο θύτη που είναι και θύμα, γιατί ο Νικόλας έπαιζε διπλό ρόλο. Ξεκίνησε ως θύτης, που και ως θύτης πάλι ήταν ένα θύμα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, της πατριαρχικής οικογένειας, των αδελφών που για να τον αναγνωρίσουν ως αδελφό έπρεπε να κάνει πράγματα μαζί τους και να γίνει θύτης, αλλά κι εκείνη τη στιγμή όταν δεν το ένιωθε ο ίδιος – όσο μπορεί να μην το ένιωθε όταν μπήκε σ’ αυτή τη διαδικασία – παρέμενε ένα θύμα. Εμένα μου άρεσε πολύ ο Νικόλας γιατί είχε μια περηφάνια στο ότι «το κάναμε και δε μπορούμε να λέμε ότι δεν έχουμε βιάσει ένα κορίτσι», ενώ όλοι οι υπόλοιποι έλεγαν ότι δεν είχε συμβεί. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να το ξεχάσει έκανε τον κόσμο να τον δικαιολογεί περισσότερο. Εγώ ήθελα να πεθάνει κιόλας στο τέλος και να μην τα καταφέρει. Βέβαια, αντιλαμβάνομαι την ανάγκη για happy end και αυτό που συμβόλιζε ο Νικόλας, που είναι η συγχώρεση, αλλά η ζωή είναι διαφορετική και θεωρώ ότι στη ζωή δε θα πλήρωνε μόνο το κακό, αλλά θα έπρεπε για να υπάρξει ισορροπία να φύγει από τη ζωή κι ένας από τους καλούς και δεν υπήρχε καλύτερο παράδειγμα και τέλος για μένα από το να φύγει από τη ζωή ο Νικόλας, ο άνθρωπος δηλαδή που ζήταγε συγχώρεση, που κατάφερε να ξεπεράσει τα ναρκωτικά, να ερωτευτεί και να διεκδικήσει από τα αδέλφια του μία άλλη θέση. Για μένα αυτός έπρεπε να πεθάνει. Γιατί η ζωή έχει μια δική της ισορροπία που δε σε ρωτάει, δεν έχει πάντα happy end κι εκεί που νιώθεις ότι είναι άδικο, εκεί είναι και πιο ρεαλιστικό.

Αλέξανδρος Πέρρος

Είχες ποτέ κάποια δύσκολη ή άβολη σκηνή;

Νομίζω πως όχι, αν και με τον Αντρέα Γεωργίου κάναμε και ερωτικές σκηνές, όπου αυτές είναι πολύ αμήχανες, αλλά από την άλλη εμένα μου αρέσει πολύ αυτό. Μου αρέσει, δηλαδή, η δυσκολία, να σου ζητάνε απαιτητικά πράγματα. Μόνο έτσι γίνεσαι καλύτερος και ανακαλύπτεις κι εσύ τη δουλειά. Όταν σου δίνεται μια ευκαιρία, μπορεί να υπάρξει μια στιγμή που να απαιτήσεις κι εσύ κάτι από τον εαυτό σου. Γι’ αυτόν τον λόγο κάνω αυτή τη δουλειά, διότι μ’ αρέσει κι είναι στα πλαίσια του απρόβλεπτου. Μ’ αρέσει γενικά όταν υπερβαίνουμε τα όριά μας και τον εαυτό μας.

Τι σ’ ενοχλεί περισσότερο στη δουλειά;

Οι άνθρωποι. Μάλιστα, στη δική μας δουλειά, επειδή υπάρχει πολύ μεγάλη προβολή, αυτή δίνει μία υποτιθέμενη δύναμη στο υποκείμενο, το οποίο θεωρεί ότι είναι σημαντικό. Όλο αυτό είναι μία φούσκα, την οποία κάποιοι δυσλειτουργικοί άνθρωποι δημιουργούν για να αισθάνονται ασφάλεια. Αυτό συμβαίνει παντού, είναι κοινωνικό, αλλά όταν έχεις όλη αυτή την προβολή, το εγώ ξεφεύγει.

Μάλιστα, συμβαίνουν τόσα πράγματα, για τα οποία δε μιλάνε, και όχι μόνο αυτό, αλλά χρησιμοποιούν το καλλιτεχνικό στερέωμα επί σκοπού. Επειδή εύκολα μπορείς να στοχεύσεις για τον κόσμο πού θα κοιτάξει και πώς θα σκεφτεί, όταν του πεις για τους διασήμους ότι έγινε μια απόπειρα ή μια κακοποίηση, ο κόσμος ασχολείται με αυτό και με τίποτα άλλο και είναι λίγο σα να εκμεταλλεύονται το καλλιτεχνικό σύστημα, το οποίο ούτως ή άλλως είναι προβληματικό από μόνο του, είναι δύο φορές σε αυτή τη χώρα και γίνεται τρεις φορές προβληματικό με τον κόσμο ο οποίος ασχολείται με αυτό. Οι δημοσιογράφοι, δηλαδή, είναι σε χειρότερη μοίρα από τη δική μας, διότι παίζουν πολύ περισσότερα λεφτά από τον δικό μας χώρο, περισσότερη προβολή, περισσότερο σύστημα, άρα περισσότερη πλάνη ότι έχουν δύναμη κι είναι σπουδαίοι. Οι δημοσιογράφοι είναι στην πρώτη γραμμή της κατευθυντήριας άποψης, από το πώς θα νιώσουμε μέχρι το τι θα πιστέψουμε, αυτοί είναι το μέσο. Επομένως, εκεί γίνονται πολλές κακοποιήσεις. Αρχικά, μας κακοποιούν ως θεατές, αλλά αυτά είναι τόσο καλά στερεωμένα και εξυπηρετούν πιο μεγάλους σκοπούς και συμφέροντα, που μπορείς να το πεις, αλλά δε μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Αν δε βγουν να μιλήσουν κορίτσια και αγόρια που έχουν κακοποιηθεί, τι να το κάνεις; Από την άλλη, να βγω να μιλήσω, αλλά να πω για ένα τάδε σημαντικό όνομα μεγαλοδημοσιογράφου και μετά να με θάψει το κανάλι, ο ίδιος ο δημοσιογράφος και γενικά όλοι; Τόσο καιρό δε μιλάω για να μη με θάψουν και τώρα αν μιλήσω δεν παρέχεται καμία ασφάλεια;

Όταν βλέπεις ότι για μία περίπτωση σαν του Λιγνάδη, τον αφήνουν μία εβδομάδα χωρίς να γίνει κατάσχεση σε υπολογιστές και τα λοιπά και προκύπτει μια κωλυσιεργία, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Όταν βγαίνουν και δίνουν συμβουλές στους γυναικοκτόνους, λέγοντάς τους τι πρέπει να κάνουν για να τη βγάλουν καθαρή, δηλαδή να πάνε να παραδοθούν, να πουν ότι το μετανιώνουν και σε μερικά χρονάκια να βγουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους, και λέγονται όλα αυτά τα πράγματα και δεν τιμωρείται κανένας, ποιος να μιλήσει και τι να πει; Είναι ένας κυκεώνας όλο αυτό, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, μία δίνη, μία σπείρα τελείως χαοτική, που εν τέλει δεν έχεις βοήθεια από πουθενά.

Πολιτικά πιστεύω ότι η επανάσταση θα έρθει όταν η Αριστερά συσπειρωθεί και δεν είναι κομμένη σε κομμάτια και όταν η Δεξιά βγάλει την ακροδεξιά από μέσα της. Όταν γίνουν αυτά, θα μπορούσε η Δεξιά με την Αριστερά να επικοινωνήσουν. Δε μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να μη μπορούν να συνεννοηθούν οι άνθρωποι στη Βουλή. Να κάνεις μια κυβέρνηση με όλους, Δεξιά, Αριστερά, Κέντρο. Να δημιουργηθεί μία κυβέρνηση συνόλου, για να είμαστε κι εμείς ένα σύνολο στην κοινωνία όταν έρχεται η ώρα ν’ αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση.

Πώς αναλογίζεσαι τα απανωτά χτυπήματα που έχουμε δεχθεί τα τελευταία χρόνια;

Τίποτα δεν είναι τυχαίο, αλλά δεν πιστεύω ότι θα έρθει κάτι πιο φωτεινό. Τα πράγματα γίνονται συνεχώς όλο και χειρότερα. Προσωπικά, προσπαθώ να μη βλέπω όλη τη σαπίλα, αν και ενημερώνομαι βέβαια, αλλά δεν ξέρω αν θα καταφέρω να μη τη βλέπω. Ίσως κάποια λύση είναι το να φύγω κάποια στιγμή και να πάω να ζήσω στην επαρχία, κάπου στην εξοχή, ώστε να μην έχω καμία σχέση με αυτό. Χρόνια τώρα βιώνουμε διαφορετικές μορφές πολέμου, ο κορονοϊός, η κρίση. Όταν, μάλιστα, έχουν πραγματοποιηθεί ήδη δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και εν έτει 2022 συζητάμε το ενδεχόμενο τρίτου, το πόσο έχουμε αποτύχει είναι αδιανόητο. Η πλήρης αποτυχία. Επαναλαμβάνουμε συνεχώς τα λάθη μας.

Θα πήγαινες σε μια δίκη να καταθέσεις υπέρ κάποιου θύματος εφόσον ήσουν μάρτυρας;

Εννοείται! Εδώ βρήκε κάποιος τη δύναμη να μιλήσει και δε θα βρω εγώ τη δύναμη να τον υποστηρίξω;

Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σου φόβος;

Η στασιμότητα, η παρακμή, η ακινησία. Με άλλα λόγια, το να μείνω στάσιμος, να μην είμαι δημιουργικός και σε μία κίνηση.

Η μεγαλύτερή σου ανασφάλεια;

Νομίζω το αν θα καταφέρω να βγάλω ποτέ νόημα. Δεν ξέρω αν θα συμβεί ποτέ. Το ότι δηλαδή τώρα δε βγάζω νόημα με αυτά που συμβαίνουν κι ότι από μόνος μου με βάζω σε διαδικασία περιθωριοποίησης, είναι από τα πιο έξυπνα πράγματα που συμβαίνουν στο σύστημα. Γιατί μόνος μου περιθωριοποιώ τον εαυτό μου, όταν δε βγάζω άκρη, για παράδειγμα σε μια κουβέντα που λένε «Τώρα θυμήθηκαν να μιλήσουν;». Για να τους εξηγήσω τη λανθασμένη τους αντίληψη πρέπει να το πιάσω από την οικογένεια και τα παιδικά τους χρόνια. Θα μιλήσω, αλλά θα βάλω όρια.

Αλέξανδρος Πέρρος
Βασίλης Ελευθερίου

Μαθαίνεις εύκολα τα λόγια σου;

Ναι!

Τι γίνεται αν τα ξεχάσεις;

Είναι από τα πιο ωραία πράγματα που μπορούν να μου συμβούν εμένα προσωπικά, γιατί διαστέλλεται ο χρόνος. Το πώς αισθάνεσαι τον χρόνο πάνω στη σκηνή είναι τελείως διαφορετικό από το πώς τον αισθάνεται ο θεατής. Κι όταν γίνει μια παύση από κάτι που μπορεί να έγινε λάθος ή που ξέχασες τα λόγια σου, διαστέλλεται τόσο πολύ ο χρόνος που το ένα δευτερόλεπτο για σένα εκεί πάνω διαρκεί ένα λεπτό, οπότε τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα διαρκούν δεκαπέντε λεπτά. Είναι φοβερό το πώς συμβαίνει αυτό. Από εκεί και πέρα, αυτό το οποίο εγώ προσωπικά κάνω είναι να χαλαρώνω και να το απολαμβάνω. Πάντα ξέρω περίπου τι θέλει να πει σε κάθε σκηνή, οπότε αν δε μου έρχονται, θα το πω με άλλα λόγια. Ή αν κολλήσω τελείως θα κάθομαι να σε κοιτάω μέχρι να ξεκολλήσω, το οποίο το έχω κάνει στο θέατρο.

Αργείς στα γυρίσματα;

Όχι, είμαι πολύ επαγγελματίας και δε με ενοχλεί από κάποιον συνάδελφο να μην είναι.

Ποιο είναι το τελετουργικό σου πριν το γύρισμα ή την παράσταση;

Στο θέατρο έχω. Κάνω ένα ζέσταμα, το οποίο ξεκινάει σωματικά και μετά ψυχολογικά ανάλογα με το τι χρειάζεται ο κάθε ρόλος.

Τι ετοιμάζεις αυτή την περίοδο;

Αυτή την περίοδο κάνω γυρίσματα, θα είμαι στη νέα σειρά του Star «Τρία μίλια» σε σκηνοθεσία του Βασίλη Ντούρου, που συνεργαστήκαμε στη σειρά «Το αύριο μας ανήκει», με παραγωγή της Green Pixel που ήταν η παραγωγή της «Αγγελικής», μία από τις καλύτερες εταιρείες παραγωγής που έχω συνεργαστεί ποτέ. Είναι μία πολύ ωραία συνεργασία, η μόνη, βέβαια, δουλειά που θα μπορούσα να κάνω στο τώρα, λόγω του τραυματισμού του γόνατός μου, γιατί δεν είναι τόσο απαιτητική κινησιολογικά, οπότε ακόμα κι αν πονάει το πόδι μπορώ να κάνω γύρισμα.

Σχετικά με τον ρόλο μου στα «Τρία Μίλια», υποδύομαι έναν φιλόλογο, ηλικίας 28-30 ετών, ο οποίος πηγαίνει στο Δρακονήσι για τη μοριοδότηση πιο πολύ, μιας και το μεγάλο του όνειρο και η μεγάλη του ανάγκη είναι να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Ήδη έχει μπει στη διαδικασία κι έχει γράψει ένα μυθιστόρημα, το οποίο έχει πάρει βραβείο κοινού, και εκεί θέλει να κάνει την καριέρα του. Φτάνοντας, λοιπόν, στο νησί ξαναγνωρίζει και ξαναθυμάται ανθρώπους – γιατί από αυτό το νησί κατάγεται κι ο ίδιος – και τους βλέπει μετά απ’ όλα αυτά τα χρόνια, όπως τον βλέπουνε και αυτοί, και δημιουργούνται διάφορες σχέσεις, έντασης, πάθους, μίσους, φιλίας.

Ο Αλέξανδρος Πέρρος είναι το χαμόγελό του, η θετική του διάθεση, η φωτεινότητά του, η ενέργεια και η όρεξή του για ζωή. Είναι η αντίδρασή του απέναντι σε καθετί άσχημο που συμβαίνει, το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του και η ανάγκη του για εξέλιξη και δημιουργία. Ο Αλέξανδρος Πέρρος είναι όλ’ αυτά και ακόμη περισσότερα, αλλά κυρίως είναι ο ευχάριστος άνθρωπος που πάντα θα χαιρόμαστε να μιλάμε μαζί του!

Διάβασε πρώτος όλα τα θέματα του iPop.gr στο Google News