Ο Καζαντζάκης γράφει αυτό το υπέροχο βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του ’40, αμέσως μετά τον Ζορμπά. Αναμετρήθηκε με όλα τα μεγάλα προβλήματα και μελέτησε τα πολιτικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά ζητήματα της εποχής του επιδιδόμενος σε έναν βαθύ εσωτερικό διάλογο. 

Στον Ανήφορο, ο άνθρωπος που βγαίνει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ένας άνθρωπος χωρίς έρμα, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί στοχαστεί το αύριο καθώς το σκιάζουν η βία και ο πόνος.

Τα δύο βασικά πρόσωπα που εμφανίζονται είναι ο Κοσμάς και η Νοεμή, ένα αγαπημένο ζευγάρι με κοινές ανησυχίες για το μέλλον του κόσμου. Τα υπόλοιπα πρόσωπα που περιγράφονται στο βιβλίο προωθούν με έναν ξεχωριστό τρόπο τον μύθο, αναδεικνύοντας γεγονότα και περιστατικά που φανερώνουν άγνωστες πτυχές της προσωπικότητας των βασικών ηρώων και ταυτόχρονα σκιαγραφούν περίτεχνα τον χαρακτήρα τους ως βοηθητικών προσώπων για την προαγωγή της πλοκής και της ιστορίας.

Κεντρικός ήρωας είναι ο Κοσμάς από το Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης (σημερινό Ηράκλειο). Ένας συγγραφέας τριάντα με σαράντα χρόνων περίπου, που επιστρέφει ύστερα από αρκετά  χρόνια απουσίας στην Κρήτη, το νησί από το οποίο έφυγε πολύ νέος. Ανήσυχο πνεύμα, έλαβε μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως αεροπόρος σε βομβαρδιστικό αεροσκάφος, υπηρετώντας στην Αφρική. 

Με την επιστροφή του στο νησί και έπειτα από τον θάνατο του παππού του και την περιήγησή του στα κατεστραμμένα από τη Μάχη της Κρήτης χωριά, αποφασίζει να ταξιδέψει ως το Λονδίνο και να αποπειραθεί να ιδρύσει μια «Πνευματική Διεθνή», σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η παγκόσμια ειρήνη. 

Ο Ανήφορος Καζαντζάκης

Κεντρική ηρωίδα είναι η Νοεμή, η Πολωνοεβραία σύζυγος του Κοσμά. Μια θλιμμένη φασματική μορφή η οποία έζησε όλη τη φρίκη του πολέμου και του Ολοκαυτώματος, βιώνοντας μια οικογενειακή τραγωδία, καθώς όλα τα μέλη της οικογένειάς της χάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από τα οποία σώθηκε η ίδια, καθώς φυγαδεύτηκε στην Ιερουσαλήμ. 

Ένα τραγικό συμβάν συγκλονίζει τη ζωή του Κοσμά και τον βυθίζει στη μοναξιά. Μια μοναξιά που τον οδηγεί στη μελαγχολία, ενώ ταυτόχρονα σωματοποιεί την ψυχική του κατάσταση, καθώς βγάζει ένα έκζεμα στο πρόσωπο.

Ο Κοσμάς προσπαθεί αγωνιωδώς να βγει από τη δυσάρεστη αυτή θέση και το επιτυγχάνει τελικά μέσα από τη συγγραφή.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως μέσα στη φρίκη που άφησε ο πόλεμος γεννήθηκε μια δυνατή αγάπη, από την αγάπη αυτή γεννάται η τραγωδία και μέσα από το δράμα αναγεννάται μια ελπίδα.

Κάθε γραμμή στο βιβλίο είναι χαραγμένη με ένταση, κάθε γράμμα έχει στοχασμό και κάθε περιγραφή περιέχει την προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει τη σημασία του να ζεις.

Ο Ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη, το μοναδικό ανέκδοτο μυθιστόρημά του, κυκλοφόρησε στις 26 Οκτωβρίου και είναι ένα έργο εσωτερικό, που διακρίνεται από μια μελαγχολία βαθιά και λυτρωτική.

Πρόκειται για ένα έργο διαχρονικό μέσα από το οποίο παίρνουμε σπουδαία μηνύματα για τη ζωή, ψάχνοντας απαντήσεις στις υπαρξιακές μας αναζητήσεις. Φέρει στον πυρήνα του το αιώνιο το υπαρξιακό σαράκι του ανθρώπου «Πού πάμε»; 

Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Είχα οχτώ μήνες κι έκρυβα εδώ στο παντέρμο μου δυο Εγγλέζους. Το παιδί μου δεν είχε να φάει, αυτοί είχαν, το παιδί μου δεν είχε να σκεπαστεί, αυτοί είχαν. Το ’μαθαν οι Γερμανοί. Με φώναξε ο κομαντάντες. «Θα σκοτώσω το μοναχογιό σου», είπε, «παράδωσέ μου τους Εγγλέζους». «Δεν τους παραδίνω», του αποκρίθηκα. 

«Σκότωσε το γιο μου, ένα τον έχω, σκότωσέ τον. Μα να ξέρεις, κομαντάντε, πως όλες οι μανάδες στον κόσμο πονούνε κι αυτός ο πόνος των μανάδων θα φάει τη Γερμανία. Η Γερμανία θα χαθεί, βάνω την κεφαλή μου! Βάνεις στοίχημα, κομαντάντε; Εγώ βάνω την κεφαλή μου!» 

Λύσσαξε ο σκύλος. 

Την άλλη μέρα μου στέλνει τους Γερμανούς σπίτι, μα εγώ το μυρίστηκα κι έχωσα τους Εγγλέζους στο βουνό. «Πού ’ναι οι Εγγλέζοι;» με ρωτούν. «Έφυγαν». «Πού πάνε;» «Δεν ξέρω». 

Την ώρα εκείνη έμπαινε ο γιος μου, τον άρπαξαν οι Γερμανοί, τον κόλλησαν στον τοίχο. Σήκωσαν τα τουφέκια, με κοίταξαν. «Μην τους προδώσεις, μάνα!» φώναξε ο γιος μου. 

«Δεν τους προδίνω και μη φοβάσαι, παιδί μου. Έχε γεια!» Τον σκότωσαν, έβαλαν φωτιά στο σπίτι κι έφυγαν. 

Την ίδια νύχτα πέρασαν δυο άλλοι Εγγλέζοι στρατιώτες, που τους κυνηγούσαν οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμα το σπίτι μου μα εγώ είχα τρυπώσει σε μια γωνιά κι έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζυγώσαν: «Ψωμί!» μου φώναξαν, «ψωμί!»

Οι χωριανοί μου είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο, μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν, τους έδωκα και μιαν κουβέρτα που μου είχαν δώσει, βγήκα από τη γωνιά, τους έβαλα να κοιμηθούνε.

― Γιατί τα ’καμες όλα αυτά; φώναξε ο Κοσμάς, κατατρομαγμένος από τέτοια μεγάλη ψυχή. Οι Εγγλέζοι δεν έφταιγαν που σκότωσαν το γιο σου;

― Το ’καμα, αποκρίθηκε ήσυχα η γριά, γιατί ήξερα πως πέρα, μακριά, σ’ έναν τόπο που τον λένε Αγγλία, έχουν κι αυτοί μανάδες. Και κατέχω τι θα πει πόνος της μάνας.

Οληνύχτα ο Κοσμάς δεν μπόρεσε να σφραγίσει μάτι. Συλλογίζουνταν τη γριά και τα μάτια του βούρκωναν. Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη, συλλογίζουνταν, η μεγάλη ψυχή νικάει τον ατομικό πόνο και τον πιο φοβερό, σμίγει, γίνεται ένα με τον κόσμο. 

Υπάρχει εδώ στην Κρήτη μια αδάμαστη φλόγα, ας την πούμε ψυχή, μια φλόγα πιο πάνω από τη ζωή κι από το θάνατο. Υπερηφάνεια, πείσμα, παλικαριά; Δύσκολο να την ορίσεις, δηλαδή να την περιορίσεις. 

Όλα αυτά μαζί και κάτι άλλο, ανείπωτο κι αστάθμητο, που σε κάνει να υπερηφανεύεσαι που είσαι άνθρωπος…

Νίκος Καζαντζάκης

* Το βιβλίο Ο Ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη καθώς και όλη η βιβλιογραφία του συγγραφέα κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Στις 23 Νοεμβρίου αναμένονται ακόμη 4 βιβλία του συγγραφέα σε αναθεωρημένες εκδόσεις με νέα εξώφυλλα, επίμετρα και εισαγωγές. 

Διάβασε πρώτος όλα τα θέματα του iPop.gr στο Google News